Τυνησιακό ελαιόλαδο και Ευρωπαϊκή Ένωση: ένα ζήτημα που αφορά τον ευρωπαϊκό Νότο και απαιτεί κοινή, ξεκάθαρη στάση.
Η συζήτηση για τις εισαγωγές τυνησιακού ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αφορά μία μόνο χώρα ούτε αποτελεί ένα απομονωμένο εμπορικό ζήτημα.
Πρόκειται για ένα θέμα που επανέρχεται περιοδικά και επηρεάζει άμεσα τη δομή της ευρωπαϊκής αγοράς ελαιολάδου, τις τιμές παραγωγού και τη βιωσιμότητα της ελαιοκαλλιέργειας σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο. Ελλάδα, Ιταλία & Ισπανία που παράγουν τη συντριπτική πλειονότητα του ευρωπαϊκού ελαιολάδου, οφείλουν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα με θεσμική μνήμη, συντονισμό και έγκαιρη πολιτική εγρήγορση, πριν ληφθούν αποφάσεις με μόνιμες και μη αναστρέψιμες συνέπειες.
Το ισχύον πλαίσιο βασίζεται στη Συμφωνία Σύνδεσης Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τυνησίας, η οποία υπογράφηκε το 1995 και τέθηκε σε ισχύ το 1998. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας και των μεταγενέστερων εμπορικών πρωτοκόλλων, θεσπίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1918/2006 πάγια ετήσια αδασμολόγητη ποσόστωση περίπου 56.700 τόνων τυνησιακού ελαιολάδου. Η ποσόστωση αυτή αφορά χύμα ελαιόλαδο, το οποίο, μετά την είσοδό του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορεί να εμφιαλωθεί, να αναμειχθεί και να διατεθεί κανονικά στην ενιαία αγορά.
Για χρόνια, η ρύθμιση αυτή θεωρήθηκε διαχειρίσιμη. Στην πράξη, όμως, λειτούργησε ως διαρθρωτικός μηχανισμός πίεσης των τιμών παραγωγού, μεταφέροντας την προστιθέμενη αξία από την πρωτογενή παραγωγή προς τη βιομηχανία και το εμπόριο, ιδίως εις βάρος των χωρών του Νότου με υψηλότερο κόστος παραγωγής και ισχυρό προσανατολισμό στην ποιότητα.
Καθοριστική υπήρξε η περίοδος 2016–2017, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/580, προχώρησε σε έκτακτη, προσωρινή εισαγωγή επιπλέον 35.000 τόνων ετησίως αδασμολόγητου τυνησιακού ελαιολάδου, ως μέτρο στήριξης της Τυνησίας μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015. Παρότι το μέτρο είχε ρητά προσωρινό χαρακτήρα, οι επιπτώσεις του αποδείχθηκαν ουσιαστικές: αύξηση της προσφοράς, συμπίεση των τιμών παραγωγού και περαιτέρω αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής θέσης των ελαιοπαραγωγών της Ευρώπης. Το προηγούμενο αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοηθεί.
Σήμερα, το ζήτημα επανέρχεται με επίσημο και θεσμικό τρόπο από την πλευρά της Τυνησίας. Στις 31 Δεκεμβρίου 2025, ο Υπουργός Εξωτερικών της Τυνησίας, Mohamed Ali Nafti, δήλωσε ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων της χώρας ότι η Τυνησία προτίθεται να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση για αύξηση της αδασμολόγητης ποσόστωσης ελαιολάδου στους 100.000 τόνους ετησίως.
Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει ευρωπαϊκή απόφαση ή πρόταση. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι όταν τέτοιες συζητήσεις εξελίσσονται χωρίς έγκαιρη και συντονισμένη αντίδραση των άμεσα ενδιαφερόμενων κρατών-μελών, οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην των παραγωγών.
Μια ενδεχόμενη αύξηση της ποσόστωσης ή μια νέα «έκτακτη» εισαγωγή θα επιφέρει πρόσθετη πίεση στις τιμές παραγωγού, θα μεταφέρει ακόμη περισσότερη αξία εκτός αγροτικού τομέα και θα πλήξει ιδιαίτερα χώρες όπως η Ελλάδα, όπου το ελαιόλαδο αποτελεί βασικό πυλώνα της αγροτικής οικονομίας, της περιφερειακής συνοχής και της ποιοτικής ταυτότητας της παραγωγής, με προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ διεθνούς αναγνώρισης.
Αξίζει να διευκρινιστεί ότι στην αγορά του ελαιολάδου το ζήτημα δεν κρίνεται από το απόλυτο μέγεθος των ποσοτήτων, αλλά από τον ρόλο που αυτές παίζουν στη διαμόρφωση των τιμών. Ακόμη και αυξήσεις που εμφανίζονται ως «μικρές» σε σχέση με τη συνολική παραγωγή λειτουργούν στην πράξη ως εργαλείο πίεσης της αγοράς, καθώς διοχετεύονται στοχευμένα και σε κρίσιμες χρονικές περιόδους. Οι αδασμολόγητες εισαγωγές δεν λειτουργούν ουδέτερα, αλλά καθορίζουν το κατώτατο επίπεδο τιμών, ενισχύοντας συστηματικά τη θέση της βιομηχανίας και των μεγάλων διακινητών εις βάρος των παραγωγών, ακόμη και στις ισχυρότερες ελαιοπαραγωγικές χώρες. Κυρίως όμως δημιουργούν ένα επικίνδυνο προηγούμενο, σύμφωνα με το οποίο κάθε «μικρή» αύξηση νομιμοποιεί την επόμενη, οδηγώντας σταδιακά σε αποδόμηση της ευρωπαϊκής ελαιοπαραγωγής και σε αποσύνδεση της τιμής από το πραγματικό κόστος παραγωγής.
Το ζήτημα δεν είναι η αντιπαράθεση με την Τυνησία. Είναι ζήτημα ευρωπαϊκής αγροτικής ισορροπίας. Ο πρωτογενής τομέας δεν μπορεί να λειτουργεί ως «βαλβίδα προσαρμογής» κάθε εμπορικής ή γεωπολιτικής επιλογής, ούτε να θυσιάζεται στο όνομα πρόσκαιρων πολιτικών διευθετήσεων.
Γι’ αυτό, η Ελλάδα οφείλει να αναλάβει άμεσα πρωτοβουλία. Να κινηθεί για τη διαμόρφωση κοινής και ξεκάθαρης θέσης με τις ελαιοπαραγωγικές χώρες του Νότου – Ιταλία και Ισπανία – με βασική και αδιαπραγμάτευτη θέση ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καμία αύξηση της υφιστάμενης αδασμολόγητης ποσόστωσης και καμία νέα έκτακτη εισαγωγή τυνησιακού ελαιολάδου.
Οποιαδήποτε συζήτηση για μεταβολή του σημερινού καθεστώτος, χωρίς προηγούμενη συνολική και τεκμηριωμένη αξιολόγηση των επιπτώσεων στις τιμές παραγωγού, στη βιωσιμότητα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και στη συνοχή των αγροτικών περιοχών του ευρωπαϊκού Νότου, θα συνιστούσε πολιτική επιλογή εις βάρος της ίδιας της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής.
Η εμπειρία της περιόδου 2016–2017 κατέδειξε ότι οι προσωρινές ποσοστώσεις εισαγωγών λειτουργούν ως σήμα προσφοράς προς την αγορά, επηρεάζοντας τις προσδοκίες τιμών, τη διαπραγματευτική συμπεριφορά και τη διάρθρωση της αγοράς πέραν της χρονικής διάρκειας εφαρμογής τους. Αν δεν υπάρξει έγκαιρη, συντονισμένη και ξεκάθαρη αντίδραση, οι αποφάσεις θα ληφθούν – για ακόμη μία φορά – χωρίς εκείνους που θα κληθούν να πληρώσουν το κόστος.
Γιάννης Πάζιος
Διευθυντής
Αγροτικός Συνεταιρισμός Ένωση Μεσσηνίας

Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




