«Μισές δουλειές» οι ενισχύσεις δίχως σοβαρές επενδύσεις • Έλληνας Αγρότης

«Μισές δουλειές» οι ενισχύσεις δίχως σοβαρές επενδύσεις • Έλληνας Αγρότης


                              ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»

Μεγαλύτερα συλλογικά σχήματα και έμφαση στα έργα υποδομών και στις νέες τεχνολογίες συνιστά η Τράπεζα της Ελλάδος, για να ξεφύγει η γεωργία από τον φαύλο κύκλο των χρόνιων στρεβλώσεων και της χαμηλής παραγωγικότητας.

Του Γιάννη Τσατσάκη

Johny_ts@hotmail.com

Ενα μοντέλο αγροτικής πολιτικής που θα δίνει προτεραιότητα στις επενδύσεις στις υποδομές, αντί για τις εισοδηματικού τύπου ενισχύσεις, και στη δημιουργία μεγαλύτερων συλλογικών σχημάτων, τα οποία θα λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, προτείνει ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος ως φάρμακο για τις χρόνιες παθογένειες και τις νέες προκλήσεις που έχει μπροστά της η ελληνική γεωργία. Το μοντέλο αυτό προϋποθέτει έναν τύπο επαγγελματία αγρότη που, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην πρόσφατη έκθεσή του για το έτος 2025, θα είναι πρόθυμος να εισαγάγει σύγχρονα επιχειρηματικά μοντέλα και να αναλάβει επενδυτικούς κινδύνους, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το εισόδημά του, σε βραχυπρόθεσμο τουλάχιστον ορίζοντα. Πηγαίνοντας, μάλιστα, ένα βήμα πιο πέρα, προτείνει τον «αναπροσανατολισμό της ΚΑΠ από ένα απλό εργαλείο στήριξης του αγροτικού εισοδήματος σε μοχλό εκσυγχρονισμού και καινοτομίας του αγροτικού τομέα».

«Ανοιχτή πληγή» ο μικρός κλήρος

Ο κ. Στουρνάρας ξεκινά την ανάλυσή του επισημαίνοντας την ιδιαίτερα χαμηλή, όπως τη χαρακτηρίζει, συμβολή του εγχώριου αγροτικού τομέα στην ελληνική οικονομία, που, σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, δεν ξεπερνά το 4,3% (στοιχεία ΕΛ.ΣΤΑΤ., Μάρτιος 2026), την ώρα που οι απασχολούμενοι στην αγροτική παραγωγή αποτελούν το 11,5% του συνόλου (στοιχεία Παγκόσμιας Τράπεζας 2024). Αν και η συνεχής μείωση του αριθμού των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και, συνακόλουθα, η συρρίκνωση του τομέα δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα της Ελλάδας, υπάρχει κάτι που διαφοροποιεί τη χώρα μας από την Ε.Ε. Αυτό δεν είναι άλλο από τη συντριπτική κυριαρχία των μικρών σε έκταση εκμεταλλεύσεων. Αν και οι τελευταίες αποτελούν την πλειονότητα στο σύνολο της Ε.Ε., στην Ελλάδα το ποσοστό τους είναι σημαντικά υψηλότερο ακόμα και σε σύγκριση με χώρες του Νότου με παρόμοια δομή αγροτικής οικονομίας. Μιλώντας με αριθμούς, οι εκμεταλλεύσεις κάτω των 50 στρεμμάτων αποτελούν το 73% του συνόλου στην Ελλάδα, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. «27» είναι 62,4%, στην Ιταλία 63% και την Ισπανία 50,67%. Μοναδική χώρα με υψηλότερο ποσοστό μικρών εκμεταλλεύσεων είναι η Ρουμανία (88,7%), ενώ, στον αντίποδα, στη Γαλλία δεν ξεπερνά το 18,5%, στην Ολλανδία το 17,4% και τη Γερμανία το 6,7%. Οπως επισημαίνει η ΤτΕ, η κυριαρχία του μικρού κλήρου είναι το αποτέλεσμα της ιδιαίτερης γεωμορφολογίας του εδάφους, με τους ορεινούς όγκους να διακόπτουν τις πεδινές εκτάσεις, καθώς και της μη ενθάρρυνσης, μέσω κινήτρων, συνένωσης των αγροτικών κλήρων.

Γερασμένο το εργατικό δυναμικό

Παράλληλα, το 57,8% των -κυρίως μικρών, όπως προαναφέρθηκε- ιδιοκτησιών τελεί υπό τη διαχείριση απασχολουμένων ηλικίας άνω των 55 ετών. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα με γερασμένο εργατικό δυναμικό στην αγροτική παραγωγή, καθώς η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί ευρύτερο κοινωνικό πρόβλημα. Για την ακρίβεια, η Ισπανία και η Ιταλία είναι σε δυσχερέστερη θέση σε αυτόν τον τομέα, με ποσοστά 61,6% και 63,1% αντίστοιχα, ωστόσο η απόσταση από χώρες όπως η Γαλλία (32,2%), η Γερμανία (35,3%) και η Ολλανδία (46,5%), οι οποίες επίσης υποφέρουν από δυσμενή δημογραφικά χαρακτηριστικά, είναι μεγάλη. Και γίνεται ακόμα μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη όχι μόνο η ηλικία, αλλά και το επίπεδο αγροτικής εκπαίδευσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις το 0,7% του συνόλου των αγροτικών ιδιοκτησιών στην Ελλάδα διαθέτει αγροτικό δυναμικό όλων των ηλικιακών ομάδων πλήρους αγροτικής εκπαίδευσης, όταν στην Ε.Ε. φτάνει το 10,2%. Συγκριτικά, δε, με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα και πάλι υστερεί, καθώς στη Ρουμανία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 1%, στην Ισπανία 5,1%, στην Ιταλία 6,8%, στη Γερμανία 18,6%, στη Γαλλία 20,6%, ενώ στην Ολλανδία -που κατέχει τα πρωτεία- 63,1%. Αποτέλεσμα αυτών των δύο ιδιαιτεροτήτων του αγροτικού τομέα της Ελλάδας, δηλαδή του μικρού κλήρου και του γερασμένου και εξαιρετικά ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, είναι, όπως αναφέρεται στην έκθεση, η χαμηλή προστιθέμενη αξία και η πολύ μικρή συμμετοχή του αγροτικού τομέα στην προστιθέμενη αξία του συνόλου της οικονομίας. Αυτό αποτυπώνεται στην έντονη μεταβλητότητα της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (ΑΠΑ) του σε σταθερές τιμές, δίχως να επιδεικνύει σταθερή ανοδική τάση (από σχεδόν 9,5 δισ. ευρώ το 2004 σε 6,5 δισ. το 2007, 5,7 δισ. το 2012, 7,5 δισ. το 2022 και 9 δισ. το 2025). Την ίδια στιγμή, η ποσοστιαία συμμετοχή της στη συνολική πραγματική ΑΠΑ της ελληνικής οικονομίας μειώθηκε από 6,2% το 2000 σε 3,3% στην αρχή της ελληνικής κρίσης χρέους το 2008 και παρέμεινε κοντά σε αυτά τα επίπεδα μέχρι και σήμερα (4,3% το 2025), καταγράφοντας έντονη στασιμότητα.

Το 73% κάτω από 50 στρέμματα

Οι αγροτικές ιδιοκτησίες κάτω των 50 στρεμμάτων αποτελούν το 73% του συνόλου στην Ελλάδα, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ε.Ε. «27» είναι 62,4%, στην Ιταλία 63% και την Ισπανία 50,67%.

Δυναμικό όλων των ηλικιών

Μόλις το 0,7% του συνόλου των εκμεταλλεύσεων στην Ελλάδα διαθέτει αγροτικό δυναμικό όλων των ηλικιακών ομάδων πλήρους αγροτικής εκπαίδευσης, όταν στην Ε.Ε. το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 10,2%.

Συμβολή στο ΑΕΠ

Ο λόγος του ποσοστού απασχόλησης προς τη συμβολή του αγροτικού τομέα στο ΑΕΠ για την Ελλάδα ανέρχεται σε 3,05, όταν στις περιπτώσεις της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Ολλανδίας κινείται πέριξ της μονάδας.

Μεγαλώνει το χάσμα παραγωγικότητας με την Ευρώπη

Η στασιμότητα της παραγωγικότητας και, κατ’ επέκταση, της ανταγωνιστικότητας του αγροτικού τομέα της Ελλάδας σε σύγκριση με τον μέσο όρο των οικονομιών της ζώνης του ευρώ απεικονίζεται στην προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο του αγροτικού τομέα, που αποτελεί δείκτη παραγωγικότητας και ουσιαστικά μετρά την οικονομική αξία που παράγεται κατά μέσο όρο από κάθε εργαζόμενο στον συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας. Υψηλές τιμές του δείκτη συνδέονται με μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη και ευημερία, ελκυστικότητα για επενδύσεις και αύξηση του μέσου αγροτικού εισοδήματος.

Οπως φαίνεται από το Διάγραμμα ΣΤ’, μέχρι το 2005 η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα, μολονότι απείχε, ακολουθούσε την πορεία του αντίστοιχου δείκτη στη ζώνη του ευρώ, ώστε οι δύο μεταβλητές να κινούνται στον χρόνο παράλληλα. Ωστόσο, από το έτος αυτό και μετά, οι μεταβλητές ακολουθούν αντίθετες πορείες: στην περίπτωση της Ελλάδας παραμένει στάσιμη σε χαμηλά επίπεδα, ενώ στη ζώνη του ευρώ καταγράφει ανοδική πορεία, με αποτέλεσμα το «χάσμα παραγωγικότητας» να αυξάνεται. Ετσι, η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο ήταν το 2023 σχεδόν τρεις φορές μικρότερη στην Ελλάδα (σε σχέση με λιγότερο από δύο φορές το 1995) από το αντίστοιχο μέγεθος για τον μέσο όρο των οικονομιών της ζώνης του ευρώ.

Χαμηλότερα από Ισπανία και Ιταλία

Ομοίως, στον πίνακα που αποτυπώνει τις δομικές ανισορροπίες του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες χώρες, παρατηρείται ότι ο λόγος του ποσοστού απασχόλησης προς τη συμβολή του αγροτικού τομέα στο ΑΕΠ για την Ελλάδα ανέρχεται σε 3,05, δηλαδή πολύ υψηλότερα από τους αντίστοιχους δείκτες για την Ιταλία, την Ισπανία και την Ολλανδία, οι οποίοι κυμαίνονται πέριξ της μονάδας, και σε παραπλήσια επίπεδα με τον δείκτη της Ρουμανίας. Αυτό, σύμφωνα με την ΤτΕ, καταδεικνύει ότι ο ελληνικός αγροτικός τομέας χαρακτηρίζεται από πολύ υψηλή συγκέντρωση εργατικού δυναμικού σε σχέση με την παραγόμενη αξία και, συνεπώς, από χαμηλή παραγωγικότητα.

Εξίσου αποκαλυπτικό είναι το αντίστροφο του προηγούμενου δείκτη, δηλαδή ο λόγος της συμβολής στο ΑΕΠ προς την ποσοστιαία συμμετοχή της απασχόλησης, ο οποίος μετρά την αξία που παράγει ο εργαζόμενος στον αγροτικό τομέα σε σχέση με την αξία που παράγει ο μέσος εργαζόμενος στο σύνολο της οικονομίας. Στην Ελλάδα, ο δείκτης αυτός είναι μόλις 0,33, ο δεύτερος μικρότερος μετά τη Ρουμανία και με μεγάλη απόσταση από τις άλλες χώρες, κάτι που με απλά λόγια σημαίνει ότι η αξία που δημιουργεί ο εργαζόμενος στον αγροτικό τομέα είναι μόλις το 29% εκείνης που δημιουργεί ο μέσος εργαζόμενος στους άλλους τομείς της οικονομίας (σε σύγκριση, π.χ., με το 90% της Ολλανδίας).

Ζωτικής σημασίας οι οικονομίες κλίμακας για χώρες όπως η Ελλάδα

Προκειμένου ο αγροτικός τομέας να βγει από τον φαύλο κύκλο της χαμηλής παραγωγικότητας και των δομικών στρεβλώσεων, ο διοικητής της ΤτΕ κάνει λόγο για ένα ολιστικό στρατηγικό σχέδιο, στο οποίο δεν απορρίπτονται οι ενισχύσεις για την άμεση στήριξη του αγροτικού εισοδήματος. Ωστόσο, το βάρος πέφτει στις επενδύσεις σε αγροτικές υποδομές, που παράγουν μονιμότερα αποτελέσματα και αφορούν:

-Τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων υποδομών, με έμφαση στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των φυσικών πόρων (π.χ. αρδευτικά έργα).

-Τη χρήση των νέων τεχνολογιών, με έμφαση στην ψηφιοποίηση, στην αυτοματοποίηση και τη βιωσιμότητα, με στόχο την αύξηση της παραγωγής, τη μείωση του κόστους και την καλύτερη διαχείριση του εδάφους [π.χ. ευφυής γεωργία, ρομποτική- αυτοματοποίηση, Τεχνητή Νοημοσύνη, ψηφιακά εργαλεία, καλλιέργεια σε ελεγχόμενο περιβάλλον (κάθετη γεωργία, υδροπονία, αεροπονία κ.ά.)].

-Τον περιορισμό του «γνωσιακού κενού», με ανάληψη πρωτοβουλιών για επιμόρφωση και απόκτηση δεξιοτήτων των νεοεισερχομένων στον τομέα.

Κτηματογράφηση και αναδασμοί

Επίσης, στην έκθεση γίνεται λόγος για:

-Αναδιάρθρωση καλλιεργειών με τη συνεργασία αγροτών και θεσμικών φορέων, αφού ληφθούν υπόψη οι αλλαγές στις καταναλωτικές ανάγκες και συνήθειες, και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

-Συνένωση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων σε συνεργατικά σχήματα που θα λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, ώστε να αντιμετωπιστεί ο κατακερματισμός της ιδιοκτησίας και να αξιοποιηθούν πλήρως οι οικονομίες κλίμακας. Προϋποθέσεις για να συντελεστεί αυτό είναι, όπως σημειώνεται, η ταχύτερη ολοκλήρωση της κτηματογράφησης και η επιτάχυνση των αναδασμών.

Οι οικονομίες κλίμακας είναι σημαντικές για οικονομίες με πολύ μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις, όπως η ελληνική, καθώς συμβάλλουν ώστε οι εκμεταλλεύσεις αυτές να καταστούν αποδοτικές και κερδοφόρες, με οφέλη όπως:

  1. i) Αύξηση όγκου παραγωγής, μείωση κόστους παραγωγής, επιμερισμός του σταθερού κόστους λειτουργίας.
  2. ii) Καλύτερες τιμές πρώτων υλών για τον παραγωγό και ανταγωνιστικότερες τιμές για τον τελικό καταναλωτή.

iii) Αύξηση διαπραγματευτικής δύναμης παραγωγών και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε διακυμάνσεις τιμών.

 

Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.‌‌

Ροή Ειδήσεων