Καλές προοπτικές κατανάλωσης ελαιολάδου και ελιών στη Νότια Αφρική
Η αγορά του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών στη Νότια Αφρική παρουσιάζει μια γενικά σταθερή πορεία ανάπτυξης την τελευταία πενταετία. Παρότι η πανδημία της COVID-19 επηρέασε έντονα τον κλάδο, η αγορά βρίσκεται πλέον σε φάση ανάκαμψης, χωρίς ωστόσο να έχει επιστρέψει ακόμη στα προ πανδημίας επίπεδα. Παράλληλα, καταγράφεται ενίσχυση της τοπικής παραγωγής, καθώς και αυξανόμενο ενδιαφέρον των καταναλωτών για τα συγκεκριμένα προϊόντα.
Ωστόσο, η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση, με αποτέλεσμα η αγορά να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές. Σε αυτό το πλαίσιο, τα ισπανικά προϊόντα κατέχουν εξέχουσα θέση, σύμφωνα με μελέτη της Οικονομικής και Εμπορικής Υπηρεσίας της Ισπανικής Πρεσβείας στο Γιοχάνεσμπουργκ. Ανάμεσα στους βασικούς εξαγωγείς ελαιολάδου προς τη Νότια Αφρική συγκαταλέγονται η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα, ενώ και στις επιτραπέζιες ελιές η Ισπανία εμφανίζεται σταθερά ως μία από τις κύριες χώρες προέλευσης.
Όπως συμβαίνει και σε άλλες διεθνείς αγορές, το ελαιόλαδο και οι ελιές κερδίζουν ολοένα και μεγαλύτερη αποδοχή από τους καταναλωτές της Νότιας Αφρικής. Το ελαιόλαδο αρχίζει να χρησιμοποιείται ως εναλλακτική λύση σε ζωικά και άλλα φυτικά λίπη, ενώ οι ανησυχίες γύρω από την υγιεινή διατροφή και τον υγιεινό τρόπο ζωής ενισχύουν περαιτέρω τη ζήτηση.
Παρά το γεγονός ότι η χώρα αριθμεί περίπου 60 εκατομμύρια κατοίκους, το πραγματικό μέγεθος της αγοράς είναι αρκετά μικρότερο. Για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, τα προϊόντα αυτά παραμένουν άγνωστα ή οικονομικά απρόσιτα, καθώς η Νότια Αφρική χαρακτηρίζεται από έντονες κοινωνικές ανισότητες. Εκτιμάται ότι το δυνητικό κοινό για το ελαιόλαδο και τις ελιές περιορίζεται σε 3 έως 5 εκατομμύρια καταναλωτές, δηλαδή μόλις στο 5%–8% του συνολικού πληθυσμού.
Η έντονη παρουσία εισαγόμενων προϊόντων καθιστά καθοριστικό τον ρόλο των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Η μεγάλη μεταβλητότητα του νοτιοαφρικανικού ραντ έναντι του ευρώ και του δολαρίου επηρεάζει τόσο τον όγκο των εισαγωγών όσο και τη διαμόρφωση των τιμών. Σε αυτά προστίθενται παράγοντες όπως οι διακυμάνσεις στις τιμές των πρώτων υλών, οι δασμοί, οι φόροι και τα κόστη εισαγωγής.
Ιστορικά, τα ισπανικά προϊόντα απολαμβάνουν καλή φήμη στη νοτιοαφρικανική αγορά, ιδιαίτερα μεταξύ των επαγγελματιών του κλάδου τροφίμων. Αντίθετα, στο ευρύ καταναλωτικό κοινό συχνά επικρατεί σύγχυση ως προς την προέλευση, με τα ισπανικά, ιταλικά και ελληνικά προϊόντα να θεωρούνται γενικά «μεσογειακά», χωρίς σαφή διάκριση.
Η Νότια Αφρική διαθέτει ένα διττό σύστημα διανομής. Από τη μία πλευρά, υπάρχει ο άτυπος τομέας με μικρά καταστήματα, υπαίθριους πάγκους και πλανόδιους πωλητές, που εξυπηρετούν περιοχές χαμηλού εισοδήματος. Από την άλλη, ο σύγχρονος και οργανωμένος τομέας περιλαμβάνει μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και διανομείς, κυρίως στα αστικά κέντρα και σε περιοχές με υψηλότερη αγοραστική δύναμη.
Στον επίσημο αυτό δίαυλο, τα ελαιόλαδα και οι ελιές απευθύνονται κυρίως στη μεσαία και ανώτερη τάξη, ενώ η διείσδυσή τους σε αγροτικές ή οικονομικά ασθενέστερες περιοχές παραμένει περιορισμένη. Η είσοδος νέων προϊόντων είναι δύσκολη, καθώς οι αλυσίδες συνεργάζονται ήδη με καθιερωμένες μάρκες από την Ισπανία και άλλες μεσογειακές χώρες.
Οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στη νοτιοαφρικανική αγορά καλούνται να μελετήσουν προσεκτικά τις τάσεις και να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες. Τα τελευταία χρόνια, ο ανταγωνισμός στην τιμή έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, ενώ παράλληλα αυξάνεται η ανάγκη για διαφοροποίηση και διεύρυνση της γκάμας προϊόντων. Τέλος, η στοχευμένη προώθηση των ισπανικών προϊόντων μπορεί να ενισχύσει τόσο τις πωλήσεις ελαιολάδου και ελιών όσο και τη συνολική εικόνα των ισπανικών τροφίμων στη χώρα.
Πηγή: oleorevista
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




