Ηρεμία στους ελαιώνες
Διάβασα μια τοποθέτηση, η οποία χαρακτήριζε τη φετινή ελαιοκομική περίοδο στην Ελλάδα σαν «ήρεμη». Και ταράχτηκα… Γιατί αν αποδεχτούμε σαν ήρεμη και κανονική μια κατάσταση όπου:
– η παραγωγή θα είναι μειωμένη ποσοτικά κατά περίπου 30% από το μέσο όρο και τις αρχικές προβλέψεις και κατά 50% από ένα επίπεδο που σχετικά εύκολα είναι στις δυνατότητες της ελληνικής ελαιοκαλλιέργειας (βλέπε π.χ. την 2022/23),
– η ποιότητα χαρακτηρίζεται από σοβαρά ποιοτικά (ιδίως οργανοληπτικά) προβλήματα ειδικά σε ορισμένες ελαιοκομικές περιφέρειες, οι οποίες μάλιστα αυτές τις ημέρες πραγματοποιούν συσκέψεις για να δουν αν και πώς μπορούν να αντιμετωπίσουν την συνδυασμένη υποβάθμιση ποιότητας και ποσότητας,
– οι συνήθεις επί δεκαετίες Ιταλοί αγοραστές είναι σχεδόν εξαφανισμένοι και το αγοραστικό ενδιαφέρον τους για τα «καλά» έξτρα είναι ελάχιστο,
– οι πωλήσεις του επώνυμου τυποποιημένου στην εσωτερική αγορά έχουν καθηλωθεί στους 16 με 17 χιλ. (;) τόνους,
– ακόμη και ο 16κιλος ανώνυμος τενεκές (μάλλον) έχει υποχωρήσει, δείγμα της γενικότερης απομάκρυνσης του καταναλωτικού κοινού από το ελαιόλαδο,
– οι εξαγωγές των επώνυμων τυποποιημένων ελαιολάδων όχι απλά δείχνουν καθηλωμένες στα γνωστά αποκαρδιωτικά μερίδια αλλά έχουμε ισχυρές ενδείξεις ότι σε χώρες (π.χ. Γερμανία και γενικότερα Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη), οι οποίες αποτελούσαν προνομιακούς προορισμούς για το ελληνικό ελαιόλαδο, τα συμβόλαια με τις αλυσίδες λιανικής έχουν δυσκολέψει, η ζήτηση μειώνεται,
– όταν, λοιπόν, όλα τα παραπάνω αντανακλούν σε μια γενικότερη οικονομική δυσπραγία όλων όσων επαγγελματικά μετέχουν στην αλυσίδα αξίας, ελαιοπαραγωγών, ελαιοτριβέων / ελαιουργών, εμπορίου, τυποποιητών, εξαγωγέων,
τότε, η κατάσταση είναι διπλά ανησυχητική. Όχι μόνο για τους παραπάνω λόγους αλλά γιατί ο εφησυχασμός και η απραξία στερούν κάθε δυνατότητα αφύπνισης και δράσης. Οπότε φαντάζει ακόμη πιο πιθανό έως και αναπόφευκτο το σενάριο (ημι)εγκατάλειψης, το οποίο πρόσφατα με τον πιο επίσημο τρόπο κατέγραψε Η Κομισιόν κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου της εγκατάλειψης για το ελληνικό ελαιόλαδο την επόμενη δεκαετία αλλά και εμείς προειδοποιούμε εδώ και πολλά χρόνια ότι το λάδι εκπέμπει SOS, οδηγείται στο δρόμο των άλλων «εθνικών προϊόντων» (σταφίδα, καπνός, αλλά και τεύτλα / ζάχαρη, να μη μιλήσουμε για βαμβάκι και κτηνοτροφία).

Στο παραπάνω σκηνικό να προσθέσουμε πως η ελληνική βουβαμάρα γίνεται ακόμη πιό ηχηρή αν αναλογιστούμε ότι,
– οι ανταγωνίστριες χώρες προοδεύουν παραγωγικά, εμπορικά, τεχνολογικά, θεσμικά,
– ο τομέας της ελληνικής επιτραπέζιας ελιάς, αν και αντιμετωπίζει αρκετά προβλήματα, επηρεαζόμενος από εξωτερικές συνθήκες (διεθνείς, οικονομικό κλίμα, κλιματική αλλαγή, εμπόδια πολιτείας), ωστόσο τα καταφέρνει και στέκεται αξιοπρεπώς και προοδεύει. Κι όμως και τα δύο προϊόντα προέρχονται από το ίδιο μητρικό δέντρο, ενώ πριν κάποια χρόνια συνυπήρξαν κάτω από ίδια στέγη της ΕΔΟΕΕ, Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ελαιολάδου και Επιτραπέζιας Ελιάς. Μετά το όχι και ιδιαίτερα συναινετικό διαζύγιο και άδοξο τέλος των προγραμμάτων ΟΕΦ, η μεν επιτραπέζια ελιά ανασυγκροτήθηκε θεσμικά και διαθέτει μια Διεπαγγελματική Οργάνωση, την ΔΟΕΠΕΛ, το δε ελαιόλαδο παραμένει θεσμικά, νομικά, οργανωτικά και λειτουργικά ακέφαλο περιοριζόμενο σε λόγια, τα οποία δυστυχώς καθόλου δεν βοηθούν την αφύπνιση και ανασυγκρότηση του ελληνικού ελαιολάδου.
(βλέπε και editorial τεύχους 112 Ελιά & Ελαιόλαδο, «Ελαιόλαδο και επιτραπέζια ελιά: Μια οικογένεια, διαφορετικά παιδιά».
Κεντρική εικόνα: ελιές, πίνακας του Βαν Γκογκ
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




