Η «αχίλλειος πτέρνα» της κυκλικής οικονομίας στο ελαιόλαδο λέγεται logistics
Η στροφή του τομέα του ελαιολάδου προς μοντέλα κυκλικής οικονομίας δεν αποτελεί πλέον μια γενική διακήρυξη προθέσεων, αλλά μια σαφή στρατηγική επιλογή. Η αξιοποίηση υποπροϊόντων, όπως ο διφασικός ελαιοπυρήνας και τα κλαδέματα του ελαιώνα, ανοίγει τον δρόμο για την παραγωγή ενέργειας και νέων βιομηχανικών προϊόντων. Ωστόσο, η οικονομική βιωσιμότητα αυτών των λύσεων παραμένει περιορισμένη, εφόσον δεν επιλυθούν κρίσιμα ζητήματα οργάνωσης και εφοδιαστικής.
Σε αυτό ακριβώς το συμπέρασμα καταλήγει μελέτη που συντόνισε ο Luca Urciuoli, επίκουρος καθηγητής, σε συνεργασία με ερευνητές του Centre for Research and Technology – Hellas (CERTH). Η έρευνα, που δημοσιεύεται μέσω της OleoRevista, αναδεικνύει έναν από τους βασικούς «λαιμούς μπουκαλιού» της ελαιοκομικής βιοοικονομίας: τη συλλογή, τη μεταφορά και τη συνεχή τροφοδοσία μονάδων αξιοποίησης βιομάζας.
Σε αντίθεση με προηγούμενες προσεγγίσεις που περιορίζονταν σε θεωρητικά οικονομικά μοντέλα, η συγκεκριμένη μελέτη υιοθετεί έναν πιο ρεαλιστικό και εφαρμοσμένο σχεδιασμό. Συνδυάζει Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (GIS), προσομοιώσεις και προηγμένες μεθόδους βελτιστοποίησης, ενσωματώνοντας πραγματικά δεδομένα, όπως η γεωγραφική διασπορά των αγροτεμαχίων, η προσβασιμότητα των αγροτικών δρόμων, η εποχικότητα των υπολειμμάτων και η κλιματική μεταβλητότητα.
Το μοντέλο εφαρμόστηκε πιλοτικά στη Φθιώτιδα, σε μια κατεξοχήν ελαιοκομική περιοχή, αξιοποιώντας στοιχεία από περισσότερα από 6.000 αγροτεμάχια. Η επιλογή αυτή προσδίδει ιδιαίτερη αξιοπιστία στα συμπεράσματα, καθώς βασίζονται σε πραγματικές συνθήκες και όχι σε υποθετικά σενάρια.
Η ανάλυση επικεντρώνεται σε μια μονάδα που επεξεργάζεται δύο διαφορετικά ρεύματα βιομάζας. Από τη μία πλευρά, τον διφασικό ελαιοπυρήνα που προέρχεται από τα ελαιοτριβεία και περιέχει υπολειμματικές ποσότητες λαδιού, με δυνατότητες βιομηχανικής και ενεργειακής αξιοποίησης. Από την άλλη, τα κλαδέματα του ελαιώνα, απαραίτητα για την καλλιεργητική πρακτική, τα οποία μετατρέπονται σε pellets για παραγωγή ενέργειας.
Παρότι τα δύο αυτά υλικά παράγονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, κάτι που θεωρητικά διευκολύνει τη συνεχή λειτουργία της μονάδας, συγκλίνουν σε μία κοινή και καθοριστική υποδομή: το ξηραντήριο. Η δυναμικότητά του επηρεάζει ολόκληρη την παραγωγική διαδικασία και καθιστά αναγκαίο έναν ιδιαίτερα ακριβή προγραμματισμό, ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις και αλλαγές ροής.
Ενώ ο ελαιοπυρήνας συγκεντρώνεται σε περιορισμένο αριθμό σημείων, κυρίως στα ελαιοτριβεία, τα κλαδέματα χαρακτηρίζονται από έντονη γεωγραφική διασπορά. Η συλλογή τους πραγματοποιείται συχνά σε δύσβατες περιοχές και απαιτεί σύνθετο συντονισμό μεταξύ μηχανημάτων συλλογής, μεταφορικών μέσων και της μονάδας επεξεργασίας.
Η μελέτη εξετάζει διαφορετικά σενάρια ανάπτυξης του εξοπλισμού, από ένα έως τέσσερα ζεύγη μηχανημάτων συγκομιδής και φορτηγών, αξιολογώντας παραμέτρους όπως ο χρόνος συλλογής, το κόστος μεταφοράς, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, τα επίπεδα αποθεμάτων, οι χρόνοι αδράνειας και η συνολική οικονομική απόδοση.
Τα ευρήματα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά. Το σενάριο με δύο μηχανήματα αναδεικνύεται ως το πιο ισορροπημένο, καθώς συνδυάζει χαμηλότερο κόστος, ικανοποιητική κερδοφορία και μειωμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Παράλληλα, περιορίζει τις περιόδους αδράνειας της μονάδας και επιτρέπει την αποδοτικότερη χρήση του ξηραντηρίου.
Σε βάθος δωδεκαετίας, το συγκεκριμένο σενάριο παρουσιάζει τη μεγαλύτερη καθαρή παρούσα αξία, αν και η λύση με τρία μηχανήματα επιτυγχάνει ταχύτερα το σημείο ισορροπίας. Αντίθετα, η υπερβολική επένδυση σε εξοπλισμό αυξάνει τα λειτουργικά κόστη και τους επιχειρησιακούς κινδύνους, ενώ η ανεπαρκής δυναμικότητα οδηγεί σε διακοπές της παραγωγής.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης: η επιτυχία της κυκλικής οικονομίας στον ελαιοκομικό τομέα εξαρτάται λιγότερο από την τεχνολογία μεταποίησης και περισσότερο από τον ορθό σχεδιασμό της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η σωστή διαστασιολόγηση του εξοπλισμού, ο προγραμματισμός των διαδρομών και ο χρονισμός των εργασιών μπορούν να μετατρέψουν τα υποπροϊόντα του ελαιώνα σε σταθερή πηγή οικονομικής και ενεργειακής αξίας.
Παράλληλα, το προτεινόμενο μοντέλο ενσωματώνει περιβαλλοντικά κριτήρια και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για πιο ανθεκτικά συστήματα, ικανά να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής, της αυξημένης μεταβλητότητας των αποδόσεων και των ακραίων φαινομένων.
Οι ερευνητές σημειώνουν, τέλος, ότι το εργαλείο μπορεί να επεκταθεί ώστε να λαμβάνει υπόψη απρόβλεπτα γεγονότα, τεχνικές βλάβες, εργασιακούς περιορισμούς ή νέα ρεύματα βιομάζας, καθιστώντας το ιδιαίτερα χρήσιμο για συνεταιρισμούς, ελαιοτριβεία και μονάδες ενεργειακής αξιοποίησης σε ολόκληρες ελαιοκομικές περιοχές.
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




