Ανάπτυξη με εμπόδια στη διάθεση και την κατανάλωση • Έλληνας Αγρότης
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Η βιολογική γεωργία στην Ελλάδα το 2026 καταγράφει σημαντική πρόοδο σε επίπεδο εκτάσεων και παραγωγών, ωστόσο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δομικές αδυναμίες που σχετίζονται κυρίως με τη διάθεση των προϊόντων και τη χαμηλή εγχώρια κατανάλωση. Τα επίσημα στοιχεία από κρατικούς και διακρατικούς φορείς αποτυπώνουν μια εικόνα ανάπτυξης με σαφείς αντιφάσεις.
ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΡΙΜΜΗ
trimmis.chrys@gmail.com
Η βιολογική γεωργία στην Ελλάδα το 2026 καταγράφει σημαντική πρόοδο σε επίπεδο εκτάσεων και παραγωγών, ωστόσο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δομικές αδυναμίες που σχετίζονται κυρίως με τη διάθεση των προϊόντων και τη χαμηλή εγχώρια κατανάλωση. Τα επίσημα στοιχεία από κρατικούς και διακρατικούς φορείς αποτυπώνουν μια εικόνα ανάπτυξης με σαφείς αντιφάσεις.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με υψηλή διείσδυση της βιολογικής γεωργίας, καθώς περίπου το 17% της συνολικής αγροτικής γης καλλιεργείται με βιολογικές μεθόδους. Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που κινείται κοντά στο 10%, γεγονός που κατατάσσει τη χώρα στις πρώτες θέσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως προς τη σχετική έκταση.
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη βιώσιμη γεωργία, όπως αποτυπώνεται στους στόχους της Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία έχει θέσει ως ορόσημο την κάλυψη του 25% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων με βιολογικές πρακτικές έως το 2030. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο προς την επίτευξη αυτού του στόχου.
Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο αριθμός των βιοκαλλιεργητών παρουσιάζει σημαντική αύξηση την τελευταία δεκαετία, ξεπερνώντας πλέον τους 80.000 παραγωγούς. Η άνοδος αυτή αντανακλά τόσο την ενίσχυση των σχετικών πολιτικών όσο και τη σταδιακή στροφή μέρους του αγροτικού πληθυσμού προς πιο βιώσιμες μορφές παραγωγής.
Σε επίπεδο καλλιεργειών, η βιολογική γεωργία στην Ελλάδα διατηρεί έντονο μεσογειακό χαρακτήρα. Κυρίαρχη θέση κατέχει η ελαιοκαλλιέργεια, ενώ σημαντικό μερίδιο καταλαμβάνουν τα σιτηρά, τα αμπέλια και οι δενδρώδεις καλλιέργειες. Παράλληλα, καταγράφεται παρουσία και στη βιολογική κτηνοτροφία, με έμφαση κυρίως στην εκτροφή αιγοπροβάτων, όπως προκύπτει από τα δεδομένα των αρμόδιων εθνικών υπηρεσιών.
Ωστόσο, παρά τη θετική εικόνα στην παραγωγή, η αγορά των βιολογικών προϊόντων παραμένει περιορισμένη. Σύμφωνα με στοιχεία που συγκεντρώνουν ευρωπαϊκοί μηχανισμοί παρακολούθησης του κλάδου, η αξία της ελληνικής αγοράς βιολογικών προϊόντων παραμένει χαμηλή σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντιστοιχώντας σε μικρό ποσοστό του συνολικού λιανεμπορίου τροφίμων.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), ο οποίος επισημαίνει ότι σε χώρες με υψηλή παραγωγή αλλά περιορισμένη εσωτερική ζήτηση, όπως η Ελλάδα, παρατηρείται συχνά ανισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε αυξημένη εξάρτηση από τις εξαγωγές ή σε δυσκολίες διάθεσης των προϊόντων.
Ένα από τα βασικά προβλήματα που αναδεικνύονται από τους αρμόδιους φορείς είναι ο κατακερματισμός της παραγωγής. Οι περισσότερες εκμεταλλεύσεις είναι μικρού μεγέθους, γεγονός που δυσκολεύει την επίτευξη οικονομιών κλίμακας και περιορίζει τη δυνατότητα πρόσβασης σε οργανωμένα δίκτυα διανομής. Η ανάγκη για ενίσχυση συνεργατικών σχημάτων και συλλογικών πρωτοβουλιών αποτελεί σταθερή σύσταση τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Παράλληλα, σημαντικό εμπόδιο παραμένει το κόστος παραγωγής και πιστοποίησης. Όπως επισημαίνεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος οι διαδικασίες ελέγχου και πιστοποίησης, αν και κρίσιμες για τη διασφάλιση της ποιότητας, επιβαρύνουν οικονομικά τους παραγωγούς, ιδίως τους μικρότερους. Το κόστος αυτό μετακυλίεται συχνά στις τελικές τιμές, καθιστώντας τα βιολογικά προϊόντα λιγότερο προσιτά για ένα ευρύτερο καταναλωτικό κοινό.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο ζήτημα της εμπιστοσύνης των καταναλωτών. Οι διακρατικοί φορείς υπογραμμίζουν ότι η αξιοπιστία των βιολογικών προϊόντων συνδέεται άμεσα με την αποτελεσματικότητα των ελέγχων και την αυστηρότητα της πιστοποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο, προκρίνεται η περαιτέρω ενίσχυση των μηχανισμών εποπτείας, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και να αποφεύγονται φαινόμενα παρατυπιών.
Την ίδια στιγμή, η τεχνολογική πρόοδος αναγνωρίζεται ως παράγοντας που μπορεί να ενισχύσει τη βιωσιμότητα του κλάδου. Σύγχρονες μέθοδοι καλλιέργειας και εργαλεία παρακολούθησης συμβάλλουν στη μείωση του ρίσκου και στη βελτίωση της παραγωγικότητας, καθιστώντας τη βιολογική γεωργία πιο ελκυστική για νέους παραγωγούς.
«Εμπιστοσύνη στους βιοκαλλιεργητές των θεσσαλικών λαϊκών αγορών»
Λάρισα, Τρίκαλα και Βόλος είναι οι θεσσαλικές πόλεις που έχουν κάθε εβδομάδα λαϊκές αγορές αποκλειστικά με βιολογικά προϊόντα, και όπως σημειώνει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Βιοκαλλιεργητών Θεσσαλίας, οι καταναλωτές μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη στους παραγωγούς που διαθέτουν τα προϊόντα τους.
«Εκεί γνωριζόμαστε όλοι και ξέρουμε ποιος παράγει τι και εποχιακά πάντα. Δεν μπορεί πχ ένας Ελασσονίτης να πει ότι αρχές Ιουνίου έχει παράξει βιολογικά καρπούζια. Δεν γίνεται βάσει κλίματος αυτό» σημειώνει ο κ. Μηνάς, επισημαίνοντας ότι σ’ αυτές τις λαϊκές αγορές συμμετέχουν κατά κύριο λόγο πιστοποιημένοι βιοκαλλιεργητές, οι οποίοι διαθέτουν τα προϊόντα τους χωρίς μεσάζοντες, γεγονός που συμβάλλει τόσο στη μείωση του κόστους όσο και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης.
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




