Tα superfoods που υπόσχονταν πολλά, αλλά δεν απέδωσαν ποτέ • Έλληνας Αγρότης

Tα superfoods που υπόσχονταν πολλά, αλλά δεν απέδωσαν ποτέ • Έλληνας Αγρότης


                                ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»

Πολυδιαφημισμένα γκότζι μπέρι, αρώνια και ιπποφαές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα για τους παραγωγούς.

Το θέμα των εναλλακτικών καλλιεργειών είχε φουντώσει για τα καλά στις αρχές της οικονομικής κρίσης, τη δεκαετία του 2010, με τους Έλληνες παραγωγούς ν’ αναζητούν εκείνη που θα τους έδινε το κέρδος που επιζητούσαν. Οι υποσχέσεις εκείνης της εποχής ήταν αρκετές. Γκότζι μπέρι και άλλα superfood πρωταγωνιστούσαν στις συζητήσεις. Ωστόσο το 2026 οι παραγωγοί που ασχολούνται με αυτά είναι ελάχιστοι, ενώ πολλοί εγκατέλειψαν από πολύ νωρίς την προσπάθεια, δηλώνοντας ότι όλα ήταν… ένα ψέμα!

ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΡΙΜΜΗ

[email protected]

Το γκότζι μπέρι ήταν ο… βασιλιάς των συζητήσεων και του ενδιαφέροντος για όλους όσοι αναζητούσαν κάτι εναλλακτικό και συμφέρον. Ένα πολλά υποσχόμενο superfood, εξωτικής χροιάς, καθώς προέχεται από τη μακρινή Κίνα, έταζε απόδοση ακόμη και 6 χιλιάδες ευρώ το στρέμμα! Αγρότες άρχισαν να φυτεύουν, συνεταιρισμοί και ομάδες παραγωγών συστάθηκαν, αλλά η πτώση ήταν γρήγορη, αχαλίνωτη και ο κρότος δυνατός! Αυτό τουλάχιστον αντιλαμβανόμαστε από την περιγραφή του κου Γιάννη Τιάκα, πάλαι ποτέ προέδρου του Αγροτικού Συνεταιρισμού Εναλλακτικών και βιολογικών καλλιεργειών Δυτικής Μακεδονίας «Ελληνική Γη», στον «Έ.Α.».

«Ξεκινήσαμε 4-5 ρομαντικοί την καλλιέργεια το 2012 και μέχρι να συσταθεί ο συνεταιρισμός φτάσαμε στο 2015. Με την παραγωγή δεν βγάλαμε όμως λεφτά. Άλλοι έβγαλαν» αναφέρει με νόημα ο κ. Τιάκας και εξηγεί ότι όταν ξεκίνησε ο ίδιος την προσπάθεια, του ζητούσαν για κάθε φυτό πέντε ευρώ και περισσότερα. «Εγώ κατέληξα στην Μπολόνια της Ιταλίας και αγόρασα 1,3 ευρώ το φυτό από εκεί. Την ίδια στιγμή στην Ελλάδα κάποιοι έταζαν ότι αν αγοράζαμε τα φυτά από αυτούς, εξασφάλιζαν και την πώληση του καρπού. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Μας έλεγαν μετά ότι έχουμε συμφωνία πχ για  πώλησή του στην Ολλανδία, αλλά αυτή η συμφωνία ήταν για 20 τόνους και αν δεν συμπληρωνόταν η ποσότητα δεν τα έπαιρναν. Εμείς ως συνεταιρισμός ήμασταν οι μοναδικοί που πωλούσαμε περί τους 2 τόνους τον χρόνο. Την ίδια στιγμή κάποιοι πουλούσαν σεμινάρια για τις καλλιέργειες» συμπληρώνει.

Δεν ήταν άσχημα πάντα τα πράγματα, καθώς ο πρόεδρος του τότε συνεταιρισμού περιγράφει μία συμφωνία που ακολούθησε με γνωστή εταιρεία παραγωγής και πώλησης χυμών η οποία ήταν εξαιρετική. Όπως σημειώνει, η εταιρεία έδινε τιμή έξι ευρώ το κιλό και για τρία χρόνια αγόραζε το προϊόν!  «Να φανταστείτε ότι εκείνη την εποχή το υπουργείο Γεωργίας είχε εντάξει το ροδάκινο σε ένα πρόγραμμα για διανομή χυμών στα σχολεία και η τιμή ήταν… 2 λεπτά το κιλό» αναφέρει ως παράδειγμα για να τονίσει τη διαφορά ο κ. Τιάκας.

Αλλά μετά η εταιρεία δεν μπορούσε να το πουλήσει γιατί έβγαινε ακριβός ο χυμός στο ράφι, οι καταναλωτές δεν τον προτιμούσαν λόγω του κόστους και η συνεργασία τελικά σταμάτησε, κάτι και που ο κ. Τιάκας βρίσκει λογικό ως εξέλιξη. «Μετά το να διαθέτουμε σε καταστήματα βιολογικών προϊόντων ποσότητες, δεν άξιζε και δεν ήταν βιώσιμη έτσι η καλλιέργεια. Σε κάποια καταστήματα μπορεί να φτάναμε και τα 17-18 ευρώ το κιλό, αλλά έπαιρναν δύο κιλά τον χρόνο…» περιγράφει χαρακτηριστικά.

Βοήθεια από το κράτος, όπως σημειώνει παράλληλα…. Καμία. «Δεν ήταν καν μία επιδοτούμενη καλλιέργεια, δεν υπήρχε καν κωδικός, μας είχαν ενταγμένους στις λοιπές καλλιέργειες. Ζητήσαμε να γίνει μία μελέτη από πανεπιστήμιο για να δείξουμε ότι οι ιδιότητες του ελληνικού γκότζι είναι καλύτερες από το κινέζικο. Δεν έγινε. Εμείς δεν είχαμε 80 και 150 χιλιάδες ευρώ που ζητούσαν για να γίνει η μελέτη» αναφέρει επίσης.

Αυτήν τη στιγμή, οι Έλληνες παραγωγοί γκότζι μπέρι είναι ελάχιστοι, οι συνεταιρισμοί και οι ομάδες παραγωγών δεν υφίστανται, και οι όποιες προσπάθειες είναι μεμονωμένες. Ο Γιάννης Τιάκας δεν καλλιεργεί αλλά δεν έχει ξεριζώσει τα φυτά. «Δεν μου πάει η καρδιά να τα χαλάσω» αναφέρει, ενώ ακόμη και τώρα, ως ρομαντικός όπως δηλώνει, όμως υπογραμμίζει ότι εξ αρχής γνώριζε ότι δεν θα είναι ευκολα τα πράγματα. «Πολλοί ενδιαφέρθηκαν και όταν μας ρωτούσαν τους λέγαμε ότι δεν θα βρουν το… Ελ Ντοράντο στο γκότζι μπέρι! Έπαιρνε κόσμος τηλέφωνο και μόλις τους λέγαμε ότι το προϊόν δεν έχει επιδότηση έφευγαν. Αν μπορούσαμε να αντέξουμε οικονομικά πάντως θα συνεχίζαμε. Είχαμε πλάνα, ακόμη και ζυμαρικά με γκότζι μπέρι είχαμε κάνει…».

Τι οδήγησε όμως τον ίδιο στο εξωτικό αυτό προϊόν; «Η ενασχόλησή μου ήταν στην οικοδομική δραστηριότητα. Τότε η οικοδομή είχε καταρρεύσει και ψάχναμε λύσεις…» σημειώνει ο κ. Τιάκας, και κάπως έτσι γράφτηκε η δική του ιστορία στην καλλιέργεια.

Ιπποφαές: Από τον Μ. Αλέξανδρο στο… ξερίζωμα!

Μπορεί το γκότζι μπέρι να εμφανιζόταν ως εξωτική υπερτροφή, ωστόσο την ίδια περίοδο (της οικονομικής κρίσης) άρχισε να προβάλλεται και το ιπποφαές, μία θαμνώδης καλλιέργεια για την οποία η… εξιστόρηση τη συνέδεε με τον στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου! Βέβαια, η εξιστόρηση δεν έλεγε ότι σε πολλές περιπτώσεις η κατάληξη ήταν το ξερίζωμα!

Η εξιστόρηση λοιπόν για το ιπποφαές έλεγε ότι ο στρατός του Μ. Αλεξάνδρου χρησιμοποιούσε τους καρπούς και τα φύλλα του για τα τραυματισμένα άλογα που… θεραπεύονταν και αποκτούσαν και λαμπερό τρίχωμα! Βέβαια, ο καλλιεργητής Βλάσσης Σιώκος, στην περιοχή της Κορινθίας δεν άντεξε, όπως περιγράφει στον «Ε.Α.» πέρα από μία περίοδο συγκομιδής, βλέποντας ότι η καλλιέργεια είχε ιδιαίτερες δυσκολίες και τα πράγματα δεν πήγαν και πολύ καλά από την αρχή!

«Εδώ και μία δεκαετία έχω σταματήσει την καλλιέργεια ιπποφαούς. Δεν ξέρω τι έγινε σε άλλες περιπτώσεις αλλά εγώ… την πάτησα» σημειώνει ο κ. Σιώκος, που δοκίμασε την καλλιέργεια σε μία έκταση 2,8 στρεμμάτων, στο πλαίσιο μίας προσπάθειας σύστασης συνεταιρισμού στην Πελοπόννησο.

Ίσως ήταν και θέμα οργάνωσης της όλης προσπάθειας, ίσως και άγνοιας της καλλιέργειας, αλλά ο κ. Σιώκος σημειώνει ότι το ιπποφαές, τουλάχιστον εκείνην την περίοδο ήταν πολύ απαιτητικό. «Ξεκίνησα την καλλιέργεια, παίρνοντας τον πρώτο καρπό γύρω στα 15-20 κιλά. Αυτή η παραγωγή ήθελε αποθήκευση σε ψυκτικές εγκαταστάσεις μετά τη συγκομιδή. Έκανα και συλλογή φύλλων, γιατί χρησιμοποιούνται κι αυτά (σ.σ. σε αφέψημα). Αλλά δεν είναι τα φύλλα το θέμα, αλλά ο καρπός, γιατί ο θάμνος είναι γεμάτος αγκάθια (σ.σ. πλέον αναφέρεται ότι υπάρχουν και άκανθες ποικιλίες). Τότε δεν υπήρχε και συλλεκτική μηχανή. Δοκιμάσαμε με μηχανές που χρησιμοποιούν για τη συλλογή ελιών, δυστυχώς όμως δεν έγινε τίποτα. Συν του ότι κάποια φυτά ξεράθηκαν κιόλας. Δεν υπήρχε γνώση, δεν υπήρχε οργάνωση για το όλο εγχείρημα. Μία χρονιά πήρα καρπό, την άλλη χρονιά τα ξερίζωσα» σημειώνει ο κ. Σιώκος.

«Χίλιες φορές να έβαζα ρίγανη που λέει ο λόγος, παρά το ιπποφαές» καταλήγει ο Κορίνθιος καλλιεργητής.  Κάποιες καλλιέργειες υπάρχουν ακόμη βέβαια στην Ελλάδα, αλλά σε καμία περίπτωση στην έκταση που θα έλεγε κανείς ότι είναι μία καλλιέργεια που κάνει τη διαφορά.

Ούτε η αρώνια έπιασε…

Μία άλλη υπερτροφή που παρουσιάστηκε στο αγροτικό παραγωγικό κοινό ήταν αυτή της αρώνιας, ενός φυλλοβόλου θάμνου που κατάγεται από τη Βόρεια Αμερική και καλλιεργείται τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα για τους καρπούς του, οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε χυμούς, αποξηραμένα προϊόντα και συμπληρώματα διατροφής. Προσπάθειες έγιναν για την επέκταση της συγκεκριμένης καλλιέργειας, έγιναν και συνεταιρισμοί, αλλά και πάλι τα εγχειρήματα στην πλειονότητά τους… απέτυχαν, όπως σημειώνει στον «Ε.Α.» και ο ερευνητής που ασχολήθηκε αρκετά με την περίπτωση της αρώνιας, Δρ. Ιωάννης Σπανός.

Η καλλιέργεια έχει αναπτυχθεί κυρίως σε περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, κυρίως σε μικρές εκμεταλλεύσεις με προσανατολισμό σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Συνεταιρισμοί έγιναν στην αρχή, στα χρόνια της αρχής της κρίσης, αλλά οι περισσότεροι κλείσανε. Λίγοι μείνανε. Που να καταλήξει το προϊόν; Δεν το προτιμούν οι έμποροι και δεν υπάρχει κατανάλωση» σημειώνει ο Δρ. Σπανός.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αρκετοί ήταν αυτοί που ενδιαφέρθηκαν για την καλλιέργεια της αρώνιας, αλλά όπως επισημαίνει το βασικό ζήτημα είναι ότι από τη μία οι καρποί με τη συλλογή τους πρέπει να μεταφερθούν σε ψυκτικές εγκαταστάσεις, ενώ από την άλλη, πρόκειται για ένα προϊόν που απαιτεί μεταποίηση για την κατανάλωσή του, γι’ αυτό και το χρησιμοποιούν εταιρείες για χυμοποίηση, συνήθως σε μείγματα με χυμούς άλλων φρούτων (πχ ρόδι).

«Ήταν και η οικονομική κρίση και ο κόσμος δεν είχε λεφτά προκειμένου να επενδύσει στην καλλιέργεια της αρώνιας. Τώρα δεν ξέρω αν έχουν μείνει 500 στρέμματα συνολικά σε όλη την Ελλάδα» επισημαίνει ο Δρ. Σπανός.

«Ψάχνουμε χυμό αρώνιας πάντως και δεν βρίσκουμε» σημειώνει παράλληλα, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και 15 στρέμματα καλλιέργειας μπορούν να αποφέρουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα για μία αγροτική οικογένεια.  Υπογραμμίζει δε ότι αυτοί οι λίγοι παραγωγοί που έχουν απομείνει τα πηγαίνουν σχετικά καλά. «Αλλά δεν υπάρχει ευρύ καταναλωτικό ενδιαφέρον» σημειώνει καταληκτικά.

Γκότζι μπέρι… υπάρχουν!

Γκότζι μπέρι βρίσκεις άφθονο πάντως στην ελληνική αγορά. Βέβαια, από την Κίνα, την Ισπανία και το Μαρόκο, αποξηραμένο….

 

Όπως φαίνεται…

…Οι καλλιέργειες αυτές δεν απέτυχαν πλήρως, αλλά παρέμειναν πολύ μικρής κλίμακας και εξειδικευμένες. Παραμένουν βιώσιμες κυρίως όταν συνδυάζονται με μεταποίηση, εξαγωγές ή πώληση προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.

 

Τα βασικά συμπεράσματα

Οι περισσότερες από αυτές τις καλλιέργειες δεν επεκτάθηκαν γιατί η αγορά ήταν μικρή, υπήρχε φθηνός διεθνής ανταγωνισμός, έλειπε οργανωμένη μεταποίηση και εμπορία, και δημιουργήθηκαν αρχικά υπερβολικές προσδοκίες κέρδους.

 

 

Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.‌‌

Ροή Ειδήσεων