Το comeback και η μεγάλη ευκαιρία του σουσαμιού – Μια σχεδόν ξεχασμένη καλλιέργεια επανέρχεται • Έλληνας Αγρότης
ΕΝΤΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Σήμερα καλλιεργούνται μόλις 5.000- 6.000 στρέμματα σουσαμιού, εκ των οποίων τα 3.000 στη Θεσσαλία, υπό την καθοδήγηση της Ελληνικά Βιοκαύσιμα ΑΕ.
Τη θέση του στον καλλιεργητικό χάρτη επιχειρεί να ανακτήσει τα τελευταία χρόνια το σουσάμι, φέρνοντας αρκετά δυνατά επιχειρήματα στο τραπέζι της συζήτησης περί αναδιάρθρωσης καλλιεργειών που έχει ανοίξει εσχάτως στη χώρα μας.
Tου Γιάννη Τσατσάκη
[email protected]
Ασφαλώς δεν πρόκειται για ένα άγνωστο στον αγροτικό κόσμο της Ελλάδας προϊόν: Τις δεκαετίες 1960-1970 καλλιεργούνταν περίπου 200.000–250.000 στρέμματα, κυρίως στη Μακεδονία, στη Θράκη και σε νησιά του Αιγαίου ενώ γίνονταν και κάποιες εξαγωγές. Σταδιακά ωστόσο η καλλιέργεια άρχισε να φθίνει ώσπου ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε λόγω των υψηλών αναγκών χειρωνακτικής συγκομιδής, των χαμηλού κόστους εισαγωγών και της έλλειψης βιομηχανικής υποδομής.
Σήμερα καλλιεργούνται μόλις 5.000- 6.000 στρέμματα, εκ των οποίων τα 3.000 στη Θεσσαλία, υπό την καθοδήγηση της Ελληνικά Βιοκαύσιμα ΑΕ των Κώστα και Σάββα Παυλίδη. Τα δύο αδέλφια από τον Αλμυρό Βόλου έφεραν στις αρχές της δεκαετίας στην Ελλάδα ποικιλίες που, πέραν των ποιοτικών χαρακτηριστικών τους, μπορούσαν να συγκομιστούν μέσω θεριζοαλωνιστικής μηχανής. Η κρίσιμη αυτή λεπτομέρεια άνοιγε την πόρτα της εκμηχάνισης καθιστώντας ευκολότερη και, παράλληλα, πιο προσοδοφόρα την καλλιέργεια για τον Έλληνα παραγωγό.
Τα πλεονεκτήματα
Στα χρόνια που ακολούθησαν, πειραματίστηκαν περαιτέρω με τις ποικιλίες και τις καλλιεργητικές πρακτικές. Έχοντας πλέον πίσω του μια πενταετία μελέτης κι ενασχόλησης με την καλλιέργεια, ο Σάββας Παυλίδης δηλώνει στον “Έλληνα Αγρότη” ακόμα πιο σίγουρος για τα πλεονεκτήματα και τις προοπτικές της: “Πρόκειται καταρχάς για ένα φυτό ανθεκτικό σε ξηροθερμικές συνθήκες και σε θερμοκρασίες καύσωνα έως και 50°C στις οποίες άλλες καλλιέργειες καταρρέουν. Οι ανάγκες άρδευσής του είναι χαμηλές και υπολείπονται πχ κατά 60-70% εκείνων του βάμβακος και του καλαμποκιού. Οι αποδόσεις του κινούνται κατά κανόνα μεταξύ 160 και 200 κιλών/στρέμμα ενώ σε δοκιμές που έγιναν πέρυσι σε διαφορετικές εδαφολογικές συνθήκες στην Καρδίτσα, πήραμε έως και 240 κιλά/στρέμμα σε αμμοαργιλώδη εδάφη”, αναφέρει.
Όπως προσθέτει ο ίδιος, “υπάρχουν επίσης αδιάρρηκτες (non-shattering) ποικιλίες που μειώνουν τις απώλειες κατά τη συγκομιδή ενώ οι ανάγκες του σε φυτοπροστασία και λίπανση είναι σχετικά χαμηλές”. Συνολικά το κοστολόγιο, σύμφωνα με τον ίδιο, κυμαίνεται με τα σημερινά δεδομένα από 95 έως 115-120 ευρώ/στρέμμα, συμπεριλαμβανομένου του κόστους άρδευσης. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί και το περιβαλλοντικό πλεονέκτημα που, πέρα από την εξοικονόμηση υδάτινων πόρων που προαναφέρθηκε, έχει να κάνει επίσης με τις μειωμένες ποσότητες φυτοφαρμάκων και το χαμηλό αποτύπωμα άνθρακα.
Ζωηρή η ζήτηση εντός κι εκτός Ελλάδας
Οι συμμετέχοντες παραγωγοί συνεργάζονται με την Ελληνικά Βιοκαύσιμα με όρους συμβολαιακής γεωργίας λαμβάνοντας την τελευταία σεζόν τιμή 1,3 ευρώ/τόνο συν ΦΠΑ ενώ, από την πρώτη κιόλας χρονιά του εγχειρήματος, το σουσάμι απορροφά η χαλβαδοποιία Όλυμπός της οικογένειας Παπαγιάννη που το χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη για τα προϊόντα της.
Όπως υπογραμμίζει ο κ. Παυλίδης, η εν λόγω εταιρεία δεν είναι η μοναδική που ενδιαφέρεται για σουσάμι και δη ελληνικό. “Υπάρχει ισχυρή ζήτηση από βιομηχανίες τροφίμων, ταχινιού, χαλβά, αρτοβιομηχανίες, ακόμα και από τον φαρμακευτικό και τον καλλυντικό κλάδου. Η χώρα μας εισάγει 35-40.000 τόνους το χρόνο ενώ η ΕΕ εισάγει πάνω από 180.000 τόνους, αποκλειστικά από τρίτες χώρες (Σουδάν, Νιγηρία, Αιθιοπία, Ινδία, Πακιστάν, Μυανμάρ, με τις απορρίψεις φορτίων και τα προβλήματα να μην είναι κάτι ασυνήθιστο”.
“Αν, λάβουμε υπόψη ότι, σε αντίθεση με την Ελλάδα, οι περισσότερες χώρες της ΕΕ δεν μπορούν να καλλιεργήσουν σουσάμι λόγω κλιματικών περιορισμών, θεωρούμε ότι για τη χώρα μας παρουσιάζεται μια μοναδική ευκαιρία να καταστεί βασικός ευρωπαϊκός παραγωγός, αξιοποιώντας και την ποιοτική ανωτερότητα του δικού της προϊόντος (λιγότερες αφλατοξίνες/σαλμονέλα)”, τονίζει ο κ. Παυλίδης.
Το οικονομικό όφελος
Πώς μεταφράζεται αυτό σε οικονομικούς όρους:” Η ΕΕ πληρώνει για εισαγωγές σουσαμιού πάνω από 500 εκατ. ευρώ το χρόνο σε τρίτες χώρες. Ενδεικτικά, η Γερμανία εισάγει περί τους 37.000 τόνους αξίας 101 εκατ. ευρώ, η Ολλανδία 16.000 τόνους αξίας 36 εκατ. ευρώ ενώ η χώρα μας, αν τοποθετήσουμε τις εισαγωγές σε 39.000 τόνους, καταβάλει 86 εκατ. ευρώ ετησίως. Η Ελλάδα θα μπορούσε να αντιστρέψει το αρνητικό σήμερα γι’ αυτήν ισοζύγιο και να μετατραπεί σε καθαρό εξαγωγέα”, εκτιμά ο συνομιλητής μας. “Μόνο για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών χρειαζόμαστε περί τα 200.000 στρέμματα ενώ για εκείνες της ΕΕ 1 εκατ. στρέμματα”, συμπληρώνει.
Κερδισμένη η αγροτική οικονομία από μια στήριξη μέσω συνδεδεμένης
Το σουσάμι, σύμφωνα με τον κ. Παυλίδη, “αποτελεί ήδη – δίχως να λαμβάνει κάποια ενίσχυση μέσω της ΚΑΠ- μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική καλλιεργητική πρόταση για τον Έλληνα παραγωγό, με προφανή οφέλη τόσο για την αγροτικό οικονομία όσο και για το περιβάλλον”.
Μια συνδεδεμένη επιδότηση της τάξης των 60-70 ευρώ/στρέμμα θα καθιστούσε, όπως υπογραμμίζει, την καλλιέργεια ακόμα πιο ελκυστική, στηρίζοντας την αναδιάρθρωση και δίνοντας στους αγρότες ένα ανθεκτικό και εξαγωγικό προϊόν. “Τώρα τελευταία νιώθουμε ότι κάτι κινείται. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι, έστω και τώρα, η ελληνική πολιτεία θα δει την μεγάλη ευκαιρία που έχει η χώρα μας και θα στηρίξει το προϊόν και τις προοπτικές του”, καταλήγει.
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.


