Το παράδοξο του ελαιολάδου: Η Τυνησία προστατεύει παραγωγούς και πολίτες της, η Ιταλία την αγορά
Η περίοδος 2024-2026 καταγράφεται, σύμφωνα με την Altragricoltura, ως μία από τις πιο αποκαλυπτικές φάσεις της ευρωπαϊκής – και ειδικότερα της ιταλικής – αγροτικής κρίσης. Μια φάση που, όπως υποστηρίζει το αγροτοσυνδικαλιστικό αυτό κίνημα, αποδομεί την επίσημη ρητορική περί «προστασίας του Made in Italy» και φέρνει στο φως μια ξεκάθαρη πολιτική επιλογή: την παράδοση της αγοράς ελαιολάδου στα βιομηχανικά και χρηματοπιστωτικά συμφέροντα, με το κόστος να μετακυλίεται στους παραγωγούς και τους καταναλωτές.
Η Altragricoltura είναι ένα ιταλικό αγροτικό και κοινωνικό κίνημα που εκπροσωπεί κυρίως μικρούς και μεσαίους αγρότες, συνεταιρισμούς και πολίτες που υποστηρίζουν ένα διαφορετικό μοντέλο αγροτικής πολιτικής.
Αυτό είναι το βασικό μήνυμα του κειμένου της Altragricoltura με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Το παράδοξο του ελαιολάδου: η Τυνησία προστατεύει τους δικούς της πολίτες και παραγωγούς, ενώ η Ιταλία προστατεύει τη βιομηχανία και τους εμπόρους».
Το 2024, όπως αναφέρεται, η ευρωπαϊκή παραγωγή ελαιολάδου κατέρρευσε λόγω της ξηρασίας. Η Ιταλία και η Ισπανία, οι δύο μεγαλύτεροι παραγωγοί, αδυνατούσαν να καλύψουν τόσο την εσωτερική κατανάλωση όσο και τις ανάγκες της μεταποιητικής βιομηχανίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η τιμή έπαψε να αποτελεί διαπραγματεύσιμη μεταβλητή: το ελαιόλαδο έπρεπε να βρεθεί πάση θυσία. Έτσι, η ευρωπαϊκή βιομηχανία στράφηκε μαζικά στην Τυνησία, αγοράζοντας μεγάλες ποσότητες σε τιμές 7-8 ευρώ το κιλό, προκειμένου να διασφαλίσει την ύπαρξη του προϊόντος στα ράφια και στις εξαγωγές.
Τότε, σύμφωνα με την Altragricoltura, η Τυνησία συνειδητοποίησε ότι κατείχε ένα στρατηγικό πλεονέκτημα: το ελαιόλαδό της δεν ήταν απλώς ένα εμπόρευμα, αλλά ένας εθνικός πόρος. Στα τέλη του 2025, μπροστά σε μια παραγωγή-ρεκόρ περίπου 400.000 τόνων που απειλούσε να καταρρεύσει τις εσωτερικές τιμές, η τυνησιακή κυβέρνηση παρενέβη άμεσα. Με κοινή δήλωση των υπουργείων Γεωργίας, Εμπορίου και Οικονομικών, στις 23 Δεκεμβρίου 2025, καθορίστηκε ελάχιστη τιμή αναφοράς στα ελαιοτριβεία στα 10 δηνάρια το κιλό, δηλαδή περίπου 2,90 ευρώ. Η τιμή αναπροσαρμόζεται εβδομαδιαία, αλλά το μήνυμα είναι σαφές: κάτω από αυτό το όριο, το ελαιόλαδο δεν διατίθεται στην αγορά, λειτουργώντας ως φραγμός στην κερδοσκοπία και ως δίχτυ ασφαλείας για τους μικρούς ελαιοπαραγωγούς.
Παράλληλα, η Τυνησία ενίσχυσε την παρέμβασή της στην εγχώρια κατανάλωση. Μέσω του Office National de l’Huile, (του Εθνικού Συμβουλίου Ελαιολάδου), μέρος της παραγωγής διοχετεύεται στην εσωτερική αγορά σε ελεγχόμενες τιμές. Το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο πωλείται στις τυνησιακές οικογένειες προς 15 δηνάρια το λίτρο, περίπου 4,40-4,50 ευρώ, με επιπλέον εκπτώσεις για τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Η προτεραιότητα, τονίζεται, δίνεται πρώτα στους πολίτες και μετά στις εξαγωγές.
Στην ευρωπαϊκή πλευρά, η Altragricoltura επισημαίνει ότι η Συμφωνία Σύνδεσης Ε.Ε.–Τυνησίας προβλέπει ετήσια αδασμολόγητη ποσόστωση 56.700 τόνων. Πέραν αυτού του ορίου, επιβάλλεται δασμός περίπου 1,24 ευρώ το κιλό. Ωστόσο, το σύστημα παρακάμπτεται μέσω του καθεστώτος “ενεργητικής τελειοποίησης”, που επιτρέπει την αδασμολόγητη εισαγωγή ελαίου το οποίο προορίζεται για επανεξαγωγή μετά την επεξεργασία, η οποία μπορεί να είναι απλά και μόνο η εμφιάλωση του χύμα προϊόντος. Με αυτόν τον τρόπο, μεγάλες βιομηχανίες τυποποίησης εισάγουν τεράστιες ποσότητες χωρίς να καταβάλλουν την προβλεπόμενη τελωνειακή προστασία.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με το κίνημα, είναι ένα σύστημα που ευνοεί αποκλειστικά τους μεγάλους εμφιαλωτές και τους ομίλους εισαγωγών-εξαγωγών, αφήνοντας τους μικρούς Ιταλούς ελαιοπαραγωγούς εκτεθειμένους σε έναν ανταγωνισμό που αδυνατούν να αντέξουν. Την ίδια στιγμή, η ιταλική πολιτική ηγεσία παραμένει σιωπηλή, επιλέγοντας να επενδύσει στις εξαγωγές υψηλής προστιθέμενης αξίας και να μετατρέψει το ελαιόλαδο σε προϊόν πολυτελείας, εγκαταλείποντας κάθε ουσιαστική πολιτική προστασίας της εσωτερικής αγοράς.
Η σύγκριση με την Τυνησία, καταλήγει η Altragricoltura, είναι αμείλικτη. Μια χώρα με λιγότερους πόρους επέλεξε να υπερασπιστεί τους αγρότες και τους καταναλωτές της. Η Ιταλία επέλεξε να μην παρέμβει ή, απλούστερα, να αγνοήσει το πρόβλημα. Και το ερώτημα παραμένει αιχμηρό: η διατροφική κυριαρχία είναι σύνθημα ή ουσιαστική πολιτική επιλογή;
Πηγή: olivonews.it
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




