Ο θάνατος του εμποράκου
Ίσως το πιο γνωστό, πολυπαιγμένο και πολυδιαβασμένο θεατρικό έργο των τελευταίων 100 ετών είναι ο «Ο θάνατος του εμποράκου» (1949, Άρθουρ Μίλλερ). Παράλληλα παρακολουθούμε, άλλοτε με μεγαλύτερη κι άλλοτε με μικρότερη ένταση, την επέκταση και ενίσχυση των πολυμετοχικών επιχειρήσεων, των πολυεθνικών, των funds, σε βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ).
Στο χώρο του λιανικού εμπορίου, στην Ελλάδα, η συγκεντροποίηση του κλάδου έχει οδηγήσει στο ολιγοπώλιο όπου από τις 43 συνολικά επιχειρήσεις του κλάδου, οι 10 ελέγχουν το 92% του τζίρου των 12,2 δισ. ευρώ ετησίως. Πρόκειται για μεταβολές που επηρεάζουν καθοριστικά τη σχέση των αλυσίδων λιανικής με τους προμηθευτές τους, τη βιομηχανία τυποποίησης ελαιολάδου μεταξύ άλλων.
Σύμφωνα με σχετική έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), την τελευταία δεκαετία, το μερίδιο των ελληνικών λιανεμπορικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο ελληνικό λιανικό εμπόριο έχει μειωθεί κατά περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες, αρχικά επηρεασμένο σοβαρά από την οικονομική κρίση και στη συνέχεια από την πανδημία COVID-19. Αυτή είναι η μεγαλύτερη μείωση του μεριδίου των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) λιανεμπορίου της ΕΕ της δεκαετίας 2013-2023. Αυτή η κατάσταση υπογραμμίζει έντονα την επείγουσα ανάγκη εκσυγχρονισμού αυτών των επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση προκλήσεων όπως οι ψηφιακές συναλλαγές, οι δημογραφικές αλλαγές, η «πράσινη» ανάπτυξη αλλά και δυσκολία στην εύρεση προσωπικού.
Η έκθεση του ΟΟΣΑ με τίτλο «Τοπικό λιανεμπόριο, παγκόσμιες τάσεις. Πώς η ψηφιοποίηση, η “πράσινη” μετάβαση και οι δεξιότητες στην Ε.Ε. αναδιαμορφώνουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στις πόλεις», επισημαίνει ότι το μερίδιο αγοράς των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο λιανικό εμπόριο από 82% το 2013 έπεσε κάτω από 65% το 2023.
Σύμφωνα με την moneyreview, τα περιοριστικά μέτρα είχαν καθοριστική επίδραση και στην Ελλάδα, ιδίως την τελευταία δεκαετία, οδηγώντας σε μείωση περίπου 12% στον αριθμό των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων του λιανεμπορίου σε σχέση με το 2013.
Η συρρίκνωση του μεριδίου αγοράς των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο λιανικό εμπόριο αποτελεί φαινόμενο που παρατηρείται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς, ωστόσο, να σημειώνονται αλλού απώλειες αντίστοιχης έντασης με εκείνες της Ελλάδας. Μοναδικές εξαιρέσεις αυτού του φαινομένου αποτελούν η Ιρλανδία και η Σλοβενία, όπου το μερίδιο τους αυξήθηκε κατά την εν λόγω δεκαετία. Συνολικά, το μερίδιο αγοράς των ΜμΕ στον ευρωπαϊκό τομέα λιανικής πώλησης έχει μειωθεί κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες, από 57% το 2013 σε 50% το 2023.
Οι χονδρεμπορικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν επίσης πληγεί, αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό. Στην Ελλάδα, το μερίδιο αγοράς τους έχει μειωθεί κατά περίπου 5 ποσοστιαίες μονάδες, από 95% το 2013 σε 90% το 2023. Σε επίπεδο ΕΕ, το μερίδιο των ΜμΕ στο χονδρικό εμπόριο μειώθηκε ακόμη πιο απότομα, από 81% το 2013 σε 73%.
Είναι ενδιαφέρον ότι, ενώ η απόλυτη αξία του κύκλου εργασιών των ΜμΕ έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία, οι μεγαλύτεροι ωφελημένοι από αυτή τη συνολική ανάπτυξη ήταν οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής, συμπεριλαμβανομένων τόσο των εγχώριων όσο και των πολυεθνικών εταιρειών, ενισχύοντας το μερίδιό τους στην αγορά. Ο ΟΟΣΑ σημειώνει: «Αυτό είναι ιδιαιτέρως εμφανές στο λιανεμπόριο ειδών παντοπωλείου, όπου οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ και οι εκπτωτικές αλυσίδες έχουν εξαπλωθεί, καθώς και στο ηλεκτρονικό εμπόριο το οποίο κυριαρχείται από τις μεγάλες πλατφόρμες».
Αυτή η συγκέντρωση του λιανικού εμπορίου σε μεγάλες αλυσίδες έχει επίσης οδηγήσει σε αντίστοιχη συγκέντρωση θέσεων εργασίας. Αν και στην Ελλάδα, οι ΜμΕ εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν υψηλό μερίδιο απασχόλησης στο λιανικό εμπόριο, στο 75% το 2023, το ποσοστό αυτό ήταν πολύ υψηλότερο το 2013, περίπου στο 85%.
Στον ελληνικό κλάδο, σύμφωνα με την έκθεση, καταγράφεται ένα από τα μκρότερα ποσοστά ενσωμάτωσης βασικών ψηφιακών μέσων από τις ΜμΕ, μόλις 41%, όταν στη Φινλανδία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 90%.
Επιπλέον, σύμφωνα με την έκθεση της Eurostat “Βασικά στοιχεία για την ευρωπαϊκή τροφική αλυσίδα – Έκδοση 2025”, το 2023 στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργούσαν περίπου 309.000 επιχειρήσεις στον τομέα της μεταποίησης τροφίμων και ποτών, που αντιστοιχούσαν στο 14,3% του συνόλου των μεταποιητικών επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις αυτές απασχολούσαν 4,8 εκατομμύρια εργαζόμενους και δημιούργησαν προστιθέμενη αξία ύψους 299 δισ. ευρώ, ποσό κατά περίπου 37% υψηλότερο από εκείνο της γεωργίας, η οποία ανήλθε σε 218 δισ. ευρώ σε βασικές τιμές.
Η πλειονότητα των επιχειρήσεων μεταποίησης τροφίμων και ποτών στην ΕΕ δραστηριοποιείται κυρίως σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο, ενώ μόνο λίγες πολύ μεγάλες εταιρείες διαθέτουν διεθνώς αναγνωρίσιμα εμπορικά σήματα με ευρεία παρουσία στις αγορές. Αυτή η ετερογένεια θεωρείται πλεονέκτημα, καθώς οι μικρότερες επιχειρήσεις συμβάλλουν στην εδαφική συνοχή, τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα, ενώ οι μεγαλύτερες ενισχύουν την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα, βελτιώνοντας τη διεθνή θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2023, το 95,8% των επιχειρήσεων του κλάδου ήταν πολύ μικρού ή μικρού μεγέθους, με λιγότερους από 50 εργαζόμενους. Αντίθετα, οι μεγάλες επιχειρήσεις με 250 ή περισσότερους εργαζόμενους παρήγαγαν το 56,8% της προστιθέμενης αξίας στη μεταποίηση τροφίμων και το 65,2% στη μεταποίηση ποτών.
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




