Οι μελισσοκόμοι αντιδρούν σχέδιο του ΥΠΕΝ για την επικονίαση • Έλληνας Αγρότης
Ενάντια στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Προστασία των Άγριων Επικονιαστών τάσσονται οι μελισσοκόμοι της Αττικής οι οποίοι με ανακοίνωσή τους τονίζουν ότι πίσω από τον όρο «υπερβολική μελισσοκομία» υποκρύπτεται υποβάθμιση της γεωργίας, ενώ όπως σημειώνουν δεν αναφέρονται στατιστικά δεδομένα που να αποδεικνύουν την έννοια της υπερβολής.
Αναλυτικά η ανακοίνωση:
Ο Σύλλογος Μελισσοκόμων Αττικής, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης επί του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Προστασία των Άγριων Επικονιαστών που εκπόνησε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καταθέτει τις ακόλουθες παρατηρήσεις και προτάσεις με στόχο τη συμβολή στη διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού, επιστημονικά τεκμηριωμένου και κοινωνικά αποδεκτού πλαισίου πολιτικής. Η ελληνική μελισσοκομία αποτελεί παραδοσιακή παραγωγική δραστηριότητα με σημαντική συμβολή τόσο στην αγροτική οικονομία όσο και στη λειτουργία των οικοσυστημάτων μέσω της επικονίασης. Ως εκ τούτου, κάθε πολιτική για την προστασία των επικονιαστών οφείλει να αντιμετωπίζει τη μελισσοκομία όχι ως εξωτερική πίεση αλλά ως οργανικό στοιχείο των αγροοικοσυστημάτων.
Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την αναστροφή της μείωσης των πληθυσμών των επικονιαστών (2026–2030) περιλαμβάνει, μεταξύ των πιθανών πιέσεων επί των επικονιαστών, την «Υπερβολική Μελισσοκομία». Η διατύπωση αυτή, όπως παρουσιάζεται στο κείμενο της Α’ Φάσης, δεν συνοδεύεται από ποσοτικό ορισμό, από χωρική εξειδίκευση ούτε από οικολογικά κριτήρια φέρουσας ικανότητας. Η απουσία αυτών των στοιχείων δημιουργεί ουσιώδη ζητήματα επιστημονικής σαφήνειας και κανονιστικής ασφάλειας δικαίου.
Η έννοια «υπερβολική μελισσοκομία» προϋποθέτει ότι υφίσταται ένα μετρήσιμο και αντικειμενικά προσδιορίσιμο όριο, πέραν του οποίου η παρουσία διαχειριζόμενων αποικιών της Apis mellifera επιφέρει αποδεδειγμένη και στατιστικά σημαντική αρνητική επίδραση στους πληθυσμούς άγριων επικονιαστών ή στη δομή των επικονιαστικών δικτύων.
Για να είναι επιστημονικά θεμελιωμένη μια τέτοια έννοια, απαιτούνται συγκεκριμένα κριτήρια: προσδιορισμός πυκνότητας κυψελών ανά μονάδα επιφάνειας, εκτίμηση της διαθέσιμης ανθικής βιομάζας, ανάλυση της εποχικής δυναμικής των πόρων και προσδιορισμός της φέρουσας ικανότητας κάθε τύπου οικοσυστήματος.
Η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ διαχειριζόμενων και άγριων μελισσών εξαρτώνται έντονα από το οικοσύστημα, τη διαθεσιμότητα πόρων και τη χωρική κλίμακα ανάλυσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται τοπική επικάλυψη τροφικών πόρων ή μεταβολή της συμπεριφοράς τροφοληψίας. Ωστόσο, η ύπαρξη τοπικού ανταγωνισμού δεν ταυτίζεται με πληθυσμιακή κατάρρευση ή μείωση βιοποικιλότητας σε περιφερειακή κλίμακα. Η επιστημονική προσέγγιση επιβάλλει διάκριση μεταξύ προσωρινής οικολογικής αλληλεπίδρασης και συστημικής απειλής.
Στο μεσογειακό πλαίσιο, η ανάλυση της έννοιας «υπερβολική μελισσοκομία» οφείλει να λάβει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των ελληνικών οικοσυστημάτων. Τα τοπία χαρακτηρίζονται από έντονες και συχνά μαζικές ανθοφορίες, οι οποίες δημιουργούν παροδική αφθονία πόρων. Η δυναμική αυτή διαφοροποιεί ουσιωδώς τον χαρακτήρα του ενδεχόμενου ανταγωνισμού, ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί σταθερός καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους ούτε ομοιόμορφος σε όλα τα οικοσυστήματα. Παράλληλα, η Ελλάδα παρουσιάζει εξαιρετικά υψηλή ποικιλότητα αγριομελισσών, γεγονός που υποδηλώνει μακροχρόνια συνύπαρξη της Apis mellifera με τα άγρια είδη σε ένα δυναμικό οικολογικό πλαίσιο.
Μέχρι σήμερα δεν υφίσταται συστηματική εθνική χαρτογράφηση που να τεκμηριώνει υπέρβαση φέρουσας ικανότητας λόγω πυκνότητας διαχειριζόμενων κυψελών ούτε πολυετείς μελέτες που να αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση μεταξύ μελισσοκομικής δραστηριότητας και πληθυσμιακής μείωσης άγριων ειδών σε εθνική κλίμακα. Επομένως, η χρήση του όρου «υπερβολική» χωρίς ποσοτικά και οικολογικά κριτήρια καθιστά την έννοια αξιολογική και όχι μετρήσιμη.
Η κανονιστική χρήση ενός τέτοιου όρου ενδέχεται να δημιουργήσει αβεβαιότητα ως προς το περιεχόμενο ενδεχόμενων μελλοντικών ρυθμίσεων, όπως ανώτατα όρια κυψελών ή χωρικοί περιορισμοί. Για να διασφαλιστεί η επιστημονική επάρκεια και η αναλογικότητα οποιασδήποτε πολιτικής παρέμβασης, απαιτείται μετάβαση από έναν γενικό χαρακτηρισμό σε ένα σύστημα αντικειμενικών δεικτών. Οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να βασίζονται σε χωρικά δεδομένα, εκτίμηση ανθικών πόρων, ανάλυση φέρουσας ικανότητας και πολυετή παρακολούθηση των πληθυσμών άγριων επικονιαστών.
Επιπλέον, η έννοια «υπερβολική μελισσοκομία» δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένη από τη λειτουργία της διαχειριζόμενης επικονίασης ως οικοσυστημικής υπηρεσίας. Η παρουσία της Apis mellifera συμβάλλει στην επικονίαση καλλιεργειών και στη σταθερότητα της αγροτικής παραγωγής, ιδίως σε μεσογειακά αγροοικοσυστήματα. Συνεπώς, η αξιολόγηση του ενδεχόμενου οικολογικού κόστους πρέπει να συνεκτιμάται με τα οικοσυστημικά και παραγωγικά οφέλη.
Ιδιαίτερη επισήμανση κρίνεται αναγκαία αναφορικά με τη διατύπωση της σελίδας 264 του Σχεδίου Δράσης, όπου αναφέρεται ότι «απαγορεύεται η τοποθέτηση μελισσοσμηνών σε αναδασωτέες εκτάσεις και σε δάση που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέα μετά από καταστροφές». Η διατύπωση αυτή παρουσιάζεται ως γενικός κανόνας δικαίου χωρίς να συνοδεύεται από σαφή νομοθετική τεκμηρίωση και χωρίς διάκριση μεταξύ επεμβάσεων που μεταβάλλουν τη δασική βλάστηση και κινητών δραστηριοτήτων χαμηλής έντασης όπως η μελισσοκομία. Σύμφωνα με τεχνική τεκμηρίωση του Ομότιμου Καθηγητή του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών κου Πασχάλη Χαριζάνη1 (επισυνάπτεται), οι σχετικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας αφορούν κυρίως περιορισμούς χρήσεων γης και δραστηριότητες που ενδέχεται να παρεμποδίσουν την αναδάσωση, χωρίς να περιλαμβάνουν ρητή και καθολική απαγόρευση εγκατάστασης μελισσοσμηνών. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η παρουσία μελισσών δύναται να υποστηρίξει τη φυσική αναγέννηση της βλάστησης μέσω της επικονίασης της αυτοφυούς χλωρίδας και να συμβάλει στη σταδιακή αποκατάσταση της οικολογικής λειτουργίας μεταπυρικών οικοσυστημάτων. Υπό το πρίσμα αυτό, η συγκεκριμένη διατύπωση του Σχεδίου δημιουργεί ερμηνευτική γενίκευση που ενδέχεται να οδηγήσει σε εσφαλμένες διοικητικές εφαρμογές εις βάρος της μελισσοκομικής δραστηριότητας και προτείνεται η επανεξέταση και αναδιατύπωσή της με σαφή αποτύπωση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου.
Συνολικά, ο Σύλλογος Μελισσοκόμων Αττικής θεωρεί ότι το Σχέδιο Δράσης αποτελεί σημαντική πρωτοβουλία για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, η οποία όμως απαιτεί περαιτέρω επιστημονική τεκμηρίωση, ενίσχυση συμμετοχικών διαδικασιών και προσεκτική αποφυγή γενικεύσεων που δεν αντανακλούν την πολυπλοκότητα των ελληνικών οικοσυστημάτων. Η ενίσχυση της εθνικής έρευνας για τους επικονιαστές, η αποσαφήνιση αναφορών που αφορούν τη μελισσοκομία, η θεσμοθέτηση συνεργασιών με τον μελισσοκομικό κλάδο και η ενσωμάτωση της μελισσοκομίας σε δράσεις διατήρησης οικοσυστημάτων συνιστούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την επιτυχία του εγχειρήματος. Ο Σύλλογος εκφράζει τη βούλησή του να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση ενός επιστημονικά τεκμηριωμένου, αναλογικού και συμμετοχικού πλαισίου πολιτικής για την προστασία των επικονιαστών, στο οποίο η ελληνική μελισσοκομία θα αντιμετωπίζεται ως αναπόσπαστο στοιχείο των αγροοικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας.
1. Το υπόμνημα εκπονήθηκε στο πλαίσιο επιστημονικής τεκμηρίωσης απαγορευτικών διατάξεων του Δασαρχείου Πάρνηθας περί εγκατάστασης μελισσοσμηνών σε αναδασωτέες εκτάσεις, οι οποίες έχουν προκαλέσει ερμηνευτικά ζητήματα ως προς το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




