Γερμανία: Σκληρός ανταγωνισμός για τα ελληνικά οπωροκηπευτικά • Έλληνας Αγρότης

Πότε λήγει η ανανέωση εγγραφής στο Μητρώο Οπωροκηπευτικών - Όλη η διαδικασία • Έλληνας Αγρότης


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»

Παρούσα μεν αλλά αρκετά μακριά από την κορυφή η χώρα μας από την πολλά υποσχόμενη κι εκ των μεγαλύτερων στην Ευρώπη αγορά.

Η Ελλάδα το 2025 κατείχε την 16 θέση στα φρούτα και την 12η στα λαχανικά στο σύνολο των εισαγωγών της Γερμανίας.

Του Γιάννη Τσατσάκη

Johny_ts@hotmail.com

Σημαντικά βελτιωμένη τα τελευταία χρόνια αλλά μακριά ακόμα από το να μπορεί να χαρακτηρισθεί ικανοποιητική είναι η παρουσία των ελληνικών φρούτων και λαχανικών στην αγορά της Γερμανίας η οποία βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι, εκτός από υποσχόμενη, είναι και αρκετά ανταγωνιστική.

Πρόκειται για μια χώρα που, αν και συγκαταλέγεται στους 8 μεγαλύτερους παραγωγούς φρούτων και λαχανικών στην ΕΕ, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Γραφείο Οικονομικών & Εμπορικών Υποθέσεων (ΟΕΥ)της πρεσβείας στο Βερολίνο, ο δείκτης αυτάρκειας στα λαχανικά περιορίζεται στο 40,9% με τα υψηλότερα ποσοστά να καταγράφονται στο λευκό και κόκκινο λάχανο με 113% και στα καρότα και παντζάρια με 78%, ωστόσο σε προϊόντα όπως οι ντομάτες είναι μόλις 5%.

Χαμηλή αυτάρκεια

Πολύ χαμηλότερος είναι ο δείκτης ατυτάρκειας στα φρούτα καθώς η εγχώρια παραγωγή δεν καλύπτει πάνω από το 18% των αναγκών της χώρας, με την υψηλότερη επίδοση να είναι το 49% στην ομάδα των δαμάσκηνων και βερίκοκων. Σημειωτέον εδώ ότι η κατά κεφαλήν κατανάλωση φρούτων ανέρχεται σε 69 κιλά με πλέον δημοφιλές προϊόν τα μήλα (21 κιλά κατ’ άτομο ετησίως), ακολουθούμενα από τις μπανάνες (12 κιλά), τα σταφύλια (5 κιλά) και τις φράουλες (3 κιλά).

Ένα μέρος, αρκετά μικρό ωστόσο, των αναγκών της γερμανικής αγοράς καλύπτει η Ελλάδα η οποία το 2025 κατείχε την 16 θέση στα φρούτα και την 12η στα λαχανικά στο σύνολο των εισαγωγών που πραγματοποίησε η χώρα. Στα φρούτα βέβαια, οι ελληνικές εξαγωγές τα τελευταία χρόνια σημειώνουν πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης έχοντας αυξηθεί ως αξία κατά 126,7% στο διάστημα 2018-2024. Αντίθετα, στα λαχανικά η αύξηση την ίδια περίοδο είναι πολύ μικρότερη της τάξης του 9%, δίνοντας συνολικά μια αίσθηση σταθερότητας και παρουσιάζοντας μόνο μικρές αυξομειώσεις από έτος σε έτους που δεν διαφοροποιούν τη συνολική εικόνα.

Μεγάλη η απόσταση από Ισπανία και Ιταλία

Τα νούμερα της χώρας μας σίγουρα δεν είναι αμελητέα ωστόσο ωχριούν μπροστά σε εκείνα των έξι μεγαλύτερων προμηθευτών της Γερμανίας που είναι η Ισπανία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ, η Τουρκία, η Ολλανδία και η Ν. Αφρική. Η Ισπανία, ειδικότερα, κατέχει ένα εντυπωσιακό 31% στις συνολικές εισαγωγές φρούτων της Γερμανίας και 16,5% στα λαχανικά.

Όπως σημειώνει, μάλιστα, η Destatis, “η εξάρτηση της Γερμανίας από τις ισπανικές εισαγωγές στην εν λόγω κατηγορία είναι ιδιαίτερα εμφανής, ιδίως αν εξετάσει κανείς μεμονωμένα τα είδη φρούτων και λαχανικών”. Πιο συγκεκριμένα, το 79% των εισαγόμενων πορτοκαλιών είναι ισπανικής προέλευσης, όπως και το 52% των εισαγόμενων καρπουζιών και πεπονιών. Ομοίως, η Ισπανία είναι η πιο σημαντική χώρα προέλευσης για τα αγγούρια, τις πιπεριές, το μαρούλι, τα κρεμμύδια, τα ροδάκινα-νεκταρίνια, τα λεμόνια, τα κολοκυθάκια και τις μελιτζάνες.

Αν και, όπως προαναφέρθηκε, οι ελληνικές εξαγωγές κινούνται τα τελευταία χρόνια ανοδικά, ιδίως σε ό,τι αφορά στα φρούτα, φαίνεται ότι ο έντονος ανταγωνισμός από άλλες μεσογειακές χώρες, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, περιορίζει μέχρι τώρα τουλάχιστον τα περιθώρια μεγαλύτερης αύξησης. Βέβαια, όπως σημειώνει το γραφείο ΟΕΥ και ύστερα από επιτόπια τιμοληψία που πραγματοποίησε σε ένα από τα μεγαλύτερα λιανεμπορικά καταστήματα της Γερμανίας, παρατηρείται μια απουσία της χώρα μας από δημοφιλή στην τοπική αγορά φρούτα, όπως πχ στα μήλα την ώρα που σε άλλα προϊόντα υπάρχει μια αρκετά αξιόλογη παρουσία μακρινών, εκτός ΕΕ προελεύσεων (πχ της Ν. Αφρικής στα εσπεριδοειδή και στα σταφύλια και της Αιγύπτου στα εσπεριδοειδή) την ώρα που στα λαχανικά ενισχύεται διαρκώς η παρουσία του Μαρόκου. Τα παραπάνω, σύμφωνα με το γραφείο ΟΕΥ, πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο προβληματισμού για τους ελληνικούς εξαγωγικούς φορείς του κλάδου.

Αναγκαία η “επιπλέον προσπάθεια”

Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι σε ένα έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, με εισαγωγές από τη μια έως την άλλη άκρη του κόσμου (από τις ΗΠΑ και την Κολομβία μέχρι τη Ναμίμπια και τη Νέα Ζηλανδία), οι Έλληνες εξαγωγές θα πρέπει να καταβάλουν την “επιπλέον προσπάθεια” για να πετύχουν στην δύσκολη αλλά πολλά υποσχόμενη γερμανική αγορά. Τον πήχη της πρόκλησης, όπως αναφέρει το Γραφείο ΟΕΥ, ανεβάζει πιο ψηλά και το γεγονός ότι οι Γερμανοί καταναλωτές δείχνουν σε ποσοστό που πλέον προσεγγίζει το 90% μια προτίμηση προς τα τοπικά παραγόμενα φρούτα και λαχανικά”.

Ανάπτυξη +126,7%

Οι ελληνικές εξαγωγές φρούτων τα τελευταία χρόνια σημειώνουν πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, έχοντας αυξηθεί ως αξία κατά 126,7% στο διάστημα 2018-2024

Από που αγοράζουν

Οι Γερμανοί καταναλωτές που δηλώνουν ότι προμηθεύονται τα φρούτα και λαχανικά τους απευθείας από τοπικούς παραγωγούς από 11% το 2020 αυξήθηκαν σε 16% το 2023 για να σταθεροποιηθούν στο 15% το 2025.

Κατά κεφαλή κατανάλωση  

Η κατά κεφαλήν κατανάλωση φρούτων στη Γερμανία ανέρχεται σε 69 κιλά, με τα μήλα να είναι το δημοφιλέστερο προϊόν (21 κιλά/κατά κεφαλήν), ακολουθούμενα από τις μπανάνες (12 κιλά) και τα σταφύλια (5 κιλά).

Στάσιμη αλλά σταθερά υψηλή η κατανάλωση

Η κατά κεφαλήν κατανάλωση φρούτων στη Γερμανία ανέρχεται σε 69 κιλά, με τα μήλα να καταλαμβάνουν την πρώτη θέση (21 κιλά ανά άτομο) ωστόσο παραμένει διαχρονικά στάσιμη τη στιγμή που η κατανάλωση λαχανικών αυξανόταν αργά αλλά σταθερά μέχρι το 2022. Έκτοτε καταγράφεται πτώση, εξέλιξη απρόσμενη εν πολλοίς που θα μπορούσε να αποδοθεί με μια πρώτη ματιά στον καλπάζοντα πληθωρισμό εκείνης της περιόδου όμως η συνέχισή της παραπέμπει πιθανώς σε μια βαθύτερη μεταβολή διατροφικών προτύπων και συνηθειών.

Πάντως, σύμφωνα με την “Έκθεση Διατροφής 2025” του Γερμανικού Υπουργείου Τροφίμων και Γεωργίας, τα φρούτα και τα λαχανικά παραμένουν στην κορυφή της λίστας των τροφίμων που καταναλώνονται καθημερινά, έστω κι αν σημειώνουν μικρή κάμψη τα τελευταία χρόνια (71% έναντι 76% προ τετραετίας). Ακολουθούν τα γαλακτοκομικά που επιδεικνύουν ανοδικές τάσεις (2025:64%, 2024: 61%, 2023: 58%) ενώ μόλις το 1% τρώει καθημερινά ψάρι. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι γυναίκες καταναλώνουν φρούτα και λαχανικά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με τους άνδρες, καθώς 82% το κάνει σε καθημερινή βάση έναντι 60% των ανδρών.

Βασικό κριτήριο η εποχικότητα

Μετά τη γεύση, η εποχικότητα είναι το δεύτερο σημαντικότερο κριτήριο των Γερμανών καταναλωτών κατά την αγορά τροφίμων, με ποσοστό 79%, μετά την γεύση 93% ενώ πολύ ψηλά βρίσκεται και η εντοπιότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι καταναλωτές που δηλώνουν ότι προμηθεύονται τα φρούτα και λαχανικά τους απευθείας από τοπικούς παραγωγούς από 11% το 2020 αυξήθηκαν σε 16% το 2023 για να σταθεροποιηθούν στο 15% το 2025.

Παράλληλα, οι καταναλωτές προτιμούν σε ποσοστό 83% να αγοράζουν φρούτα και λαχανικά προερχόμενα από την περιοχή στην οποία διαβιούν. Αντίστοιχη σημασία στην εντοπιότητα οι ερωτώμενοι αποδίδουν μόνο για την αγορά αυγών (επίσης 83% το σχετικό ποσοστό).

Η σημασία που αποδίδεται στα φρουτολαχανικά διατηρείται και όταν οι Γερμανοί τρώνε εκτός σπιτιού. Πρώτη στη λίστα των φαγητών που εκτιμούν στα γεύματα εκτός οικίας είναι η σαλάτα με ποσοστό 74% ενώ υψηλό στο 52% είναι και το ποσοστό όσων αποδίδουν σημασία σε πιάτα με φρέσκα φρούτα.

Το Top 6 των προϊόντων που εξάγει η Ελλάδα

Αν και απέχει αρκετά από την Ελλάδα – η οποία το 2024 βρισκόταν στην 3η θέση μεταξύ των κορυφαίων παραγωγών φρουτολαχανικών στην ΕΕ- η Γερμανία τοποθετείται στην 8η θέση από πλευράς ποσοτήτων παράγοντας το 2024  1 εκατ. τόνους φρούτων  και 4,2 εκατ. τόνους λαχανικών (+6,1% σε σύγκριση με το 2023, η δεύτερη υψηλότερη επίδοση από το 2012) ενώ η καλλιεργούμενη έκταση ήταν αυξημένη κατά 3,2% φτάνοντας τα 126.800 εκτάρια.

Βέβαια, ο αριθμός μονάδων που παράγουν λαχανικά μειώθηκε σε 5.830 το 2024, καταγράφοντας πτώση της τάξης του 19% σε σύγκριση με το 2012, κάτι που ίσως υποδηλώνει αύξηση της συγκέντρωσης στον κλάδο. Σε σχέση με το 2022 διατήρησε τη θέση της στην παραγωγή λαχανικών αλλά έπεσε στην 8η από την 7η που βρισκόταν στην παραγωγή φρούτων.

Τα 6 φρούτα με τις μεγαλύτερες, σε αξία, εξαγωγές προς τη Γερμανία ήταν:

-Φράουλες, με 21.599 τόνους αξίας 62 εκατ. ευρώ

-Σταφύλια, με 19.078 τόνους αξίας 60,542 εκατ. ευρώ

-Ακτινίδια με 13.107 τόνους αξίας 26,894 εκατ. ευρώ

-Κεράσια με 6.884 τόνους αξίας 24,97 εκατ.

-Πορτοκάλια Navel με 16.491 τόνους αξίας 13,298 εκατ. ευρώ

-Καρπούζια με 13.866 τόνους αξίας 7,261 εκατ. ευρώ

 Αντίστοιχα, στα λαχανικά την πρώτη εξάδα απαρτίζουν:

-Αγγούρια με 5.525 τόνους αξίας 7,595 εκατ. ευρώ

-Ντομάτες αποξηραμένες και σε κομμάτια με 733 τόνους αξίας 3,228 εκατ. ευρώ

-Πιπεριές γλυκές με 1.138 τόνους αξίας 3,11 εκατ. ευρώ

-Ελιές για παραγωγή λαδιού με 709 τόνους αξίας 2,525 εκατ. ευρώ

-Ελιές προσωρινά συντηρημένες 319 τόνοι αξίας 1,505 εκατ. ευρώ

-Σκόρδο 246 τόνοι αξίας 942.000 ευρώ

Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.‌‌

Ροή Ειδήσεων