Αυξημένη ζήτηση για ελληνικό βαμβάκι από την Ιταλία • Έλληνας Αγρότης
ΕΝΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Οι υψηλές ποιοτικές προδιαγραφές των υφαντουργιών της γειτονικής χώρας, σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις για ιχνηλασιμότητα και χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα δίνουν πλεονέκτημα στο προϊόν της χώρας μας
Αισιόδοξα- τουλάχιστον σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα- μηνύματα για το ελληνικό βαμβάκι, σε μια στιγμή που ο κλάδος μοιάζει να τα έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ, κομίζει η έρευνα του Γραφείο ΟΕΥ στη Ρώμη για το παρόν και, κυρίως, το μέλλον, της ιταλικής αγοράς βάμβακος τόσο σε επίπεδο πρώτης ύλης όσο κι ενδιάμεσων και τελικών προϊόντων.
Του Γιάννη Τσατσάκη
Johny_ts@hotmail.com
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Γραφείου, οι ελληνικές εξαγωγές βάμβακος προς την Ιταλία αναμένεται να κινηθούν ανοδικά έως το 2027 “καθώς οι ευρύτερες συνθήκες της ευρωπαϊκής και ιταλικής αγοράς δημιουργούν θετικές προοπτικές για προμηθευτές που προσφέρουν ιχνηλάσιμη, σταθερή και ποιοτική πρώτη ύλη”.
Η Ελλάδα παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας βάμβακος στην ΕΕ, με τις συνολικές εξαγωγές της, σύμφωνα με τα στοιχεία της COMTRADE, να φτάνουν τα 486,4 εκατ. δολάρια το 2024. Η θέση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η χώρα μας κατατάσσεται ανάμεσα στους κορυφαίους παγκόσμιους εξαγωγείς βάμβακος, πίσω από μεγάλες παραγωγές χώρες, όπως αναφέρει και η έκθεση της FAS/USDA. Το προφίλ αυτό, λοιπόν, όπως επισημαίνεται από το Γραφείο ΟΕΥ επιτρέπει στην Ελλάδα να παραμένει βασικός εταίρος για τις ιταλικές υφαντουργίες.
Στα 10,77 δισ. δολάρια η ευρωπαϊκή αγορά έως το 2030
Την ίδια στιγμή, η μεσοπρόθεσμη εικόνα δείχνει ότι η ζήτηση βάμβακος στην Ευρώπη αυξάνεται σταθερά, με την αξία της αγοράς να αναμένεται να φτάσει τα 10,77 δισ. δολάρια έως το 2030 και με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 4,91% την περίοδο 2025-2030. Η Ιταλία, ως κορυφαία μεταποιητική δύναμη της Ευρώπης, θα απορροφήσει σημαντικό μέρος αυτής της αύξησης, ιδιαίτερα σε κατηγορίες που απαιτούν υψηλή ποιότητα και ιχνηλασιμότητα. Τα ευρωπαϊκά βαμβάκια, με την Ελλάδα να κατέχει το 80% της παραγωγής τους, διακρίνονται για την ποιότητα και το χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμά τους, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω τη ζήτηση από ιταλικούς ομίλους που επιδιώκουν βιώσιμες πρώτες ύλες.
Κομβικό σημείο το 2026-2027
Οι ελληνικές εξαγωγές ειδικά προς την Ιταλία αναμένεται, σύμφωνα με την έρευνα. να αυξηθούν για έναν ακόμη λόγο: “Οι ρυθμιστικές εξελίξεις στην Ιταλία και στη ΕΕ ευνοούν προμηθευτές με δυνατότητα συμμόρφωσης και πιστοποίησης. Το 2026-2027 αποτελεί κομβικό σημείο, καθώς θα εφαρμοστεί πλήρως η ιταλική υποχρέωση για Extended Producer Responsibility (EPR) στα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, που επιβάλλει αναλυτική ιχνηλασιμότητα και περιβαλλοντική ευθύνη στον κύκλο ζωής των υλικών.
“Οι επιχειρήσεις που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν προέλευση και βιωσιμότητα θα δυσκολευτούν να εξάγουν, ενώ αντίστοιχα το ελληνικό βαμβάκι, το οποίο είναι ήδη ενσωματωμένο σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες ιχνηλασιμότητας, αποκτά ανταγωνιστικό προβάδισμα. Η ήδη διαμορφωμένη υποχρέωση χωριστής συλλογής υφασμάτων στην Ιταλία, σε ισχύ από το 2022, ενισχύει ακόμη περισσότερο τις απαιτήσεις για ίνες που μπορούν να ενσωματωθούν σε κυκλικές αλυσίδες αξίας, στις οποίες τα ευρωπαϊκά βαμβάκια είναι προτιμητέα”, αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έρευνα.
Στην 14η θέση των εξαγωγέων παγκοσμίως
Η ελληνική εξαγωγική δυναμική ενισχύεται επίσης από τη σταθερή θέση του ελληνικού βάμβακος σε διεθνείς αγορές, όπως δείχνουν τα στοιχεία της OEC, σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα αποτελεί τον 14ο μεγαλύτερο εξαγωγέα βάμβακος παγκοσμίως με εξαγωγές 511 εκατ. δολαρίων το 2023. Αυτό σε μια στιγμή που η Ιταλία αναζητά “αξιόπιστες, ευρωπαϊκές και υψηλής ποιότητας προμήθειες δημιουργεί ευκαιρίες για τη συνέχιση και ενίσχυση των ελληνικών εξαγωγών, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως το premium shirting, τα υφαντά υψηλής ποιότητας και τα τεχνικά βαμβακερά υλικά”.
Τέλος, η αναμενόμενη αύξηση της αξίας και της ζήτησης της ιταλικής κλωστοϋφαντουργίας έως το 2027, όπως προκύπτει από τις κύριες μελέτες αγοράς για την περίοδο 2026-2031, θα λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά. Καθώς η Ιταλία επεκτείνει την παραγωγή τεχνικών υφασμάτων και επενδύει σε πιο καινοτόμες και βιώσιμες παραγωγικές διαδικασίες, η ανάγκη για σταθερή, ποιοτική πρώτη ύλη θα παγιωθεί και θα ενταθεί.
Η “ιταλική αντίφαση”
Με βάση όλα τα παραπάνω δεδομένα, σύμφωνα με την έρευνα, η Ελλάδα βρίσκεται σε πλεονεκτική και ισχυρή θέση για να αυξήσει τις εξαγωγές της προς την Ιταλία την περίοδο έως το 2027, κυρίως σε κατηγορίες βάμβακος υψηλής ποιότητας και προϊόντων που ανταποκρίνονται στα ιταλικά και ευρωπαϊκά πρότυπα βιωσιμότητας και ιχνηλασιμότητας.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί η ιδιόμορφη αντίφαση που χαρακτηρίζει την αγορά βάμβακος της Ιταλίας: Eνώ η χώρα διαθέτει μία από τις πιο ανεπτυγμένες και τεχνολογικά προηγμένες κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες στην Ευρώπη, η πρωτογενής παραγωγή βάμβακος έχει πρακτικά εκλείψει εδώ και δεκαετίες- γεγονός που την καθιστά εξαρτώμενη από τις εισαγωγές.
Εξαγωγές 486 εκ. δολάρια
Η Ελλάδα παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας βάμβακος στην ΕΕ, με τις συνολικές εξαγωγές της, σύμφωνα με τα στοιχεία της COMTRADE, να φτάνουν τα 486,4 εκατ. δολάρια το 2024.
Ζήτηση +4,91% ετησίως
Η ζήτηση βάμβακος στην Ευρώπη αυξάνεται σταθερά και η αξία της αγοράς αναμένεται να φτάσει τα 10,77 δισ. δολάρια έως το 2030 με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 4,91% την περίοδο 2025-2030
Η Κίνα με 25,6% μερίδιο
Με περίπου 30 εκατ. δέματα (των 480 lb) το 2025, η Κίνα είχε την πρώτη θέση στην παραγωγή παγκοσμίως με ένα ποσοστό 25,6%, ενώ το μερίδιο της Ελλάδας ήταν κάτω του 1%.
Δεν διαμορφώνουμε τιμή αλλά ανεβάζουμε τον πήχη της ποιότητας
Η εμπορική σχέση Ιταλίας–Ελλάδας στον κλάδο χαρακτηρίζεται από μια ξεκάθαρη ασυμμετρία υπέρ της Ελλάδας, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό βάμβακος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σημαντικό εξαγωγέα πρώτης ύλης. Την ίδια στιγμή η Ιταλία είναι καθαρός εισαγωγέας λόγω της απουσίας εγχώριας παραγωγής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της COMTRADE, οι ελληνικές εξαγωγές βάμβακος προς την Ιταλία το 2023 ανήλθαν σε 11,62 εκατ. δολάρια, γεγονός που τοποθετεί την Ιταλία μεταξύ των σημαντικών ευρωπαϊκών αγορών για το ελληνικό βαμβάκι. Η σύνθεση των εξαγωγών δείχνει ότι η Ιταλία εισάγει κυρίως:
- ακατέργαστο βαμβάκι (cotton, not carded or combed), που το 2023 είχε αξία 8,61 εκατ. δολαρίων,
- νήματα βάμβακος, με περίπου 2,81 εκατ. δολάρια,
- υφαντά βαμβακερά υφάσματα, σε διάφορες κατηγορίες.
Σημειωτέον εδώ ότι τα στοιχεία της OEC- που επίσης παραθέτει η έρευνα- διαφοροποιούνται αισθητά καθώς τοποθετούν τις ιταλικές εισαγώγές βαμβακιού από την Ελλάδα το 2023 αρκετά χαμηλότερα στα 5,38 εκατ. δολάρια. Ωστόσο και αυτό το νούμερο καθιστά τη χώρα μας έναν από τους κορυφαίους προμηθευτές της ιταλικής υφαντουργίας μετά την Τουρκία, τη Βραζιλία, τη Γερμανία και την Ολλανδία.
Περιφερειακός παίκτης σε παγκόσμιο επίπεδο
Βέβαια, όπως υπενθυμίζει η έρευνα, η Ελλάδα μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος “παίκτης” στην Ευρώπη ωστόσο σε παγκόσμιο επίπεδο παραμένει μια πολύ μικρή δύναμη καθώς η αγορά ελέγχεται από χώρες με πολλαπλάσια παραγωγή. Ειδικότερα και σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του 2025:
- Κίνα: 25.6% της παγκόσμιας παραγωγής, περίπου 30 εκατ. δεμάτια (480 lb)
- Ινδία: 20.1% – 23.5 εκατ. δεμάτια
- Βραζιλία: 15.6% – 18.25 εκατ. δεμάτια
- ΗΠΑ: 12% – 14 εκατ. δεμάτια
Το USDA τοποθετεί την ΕΕ συνολικά στο 1% της παγκόσμιας παραγωγής. Εφόσον η ΕΕ συνολικά παράγει περίπου 1,24 εκατ. δεμάτια (2024/2025) και η Ελλάδα καλύπτει το 80%, η ελληνική παραγωγή ανέρχεται περίπου στα 1 εκατ. δεμάτια ετησίως.
Πάντως, αν και η χώρα μας δεν αποτελεί διαμορφωτή τιμών, η παραγωγή της θεωρείται ποιοτικά υψηλού επιπέδου και ιδιαίτερα δημοφιλής για τη σταθερότητα και την ομοιομορφία των ινών της, κάτι που την καθιστά στρατηγικής σημασίας για ευρωπαϊκές κλωστοϋφαντουργίες.
Τέσσερις φορές πάνω οι πωλήσεις για το τυνησιακό ελαιόλαδο
Σημαντική άνοδο και, πιο συγκεκριμένα, υπερτετραπλασιασμό των εσόδων από τις εξαγωγές ελαιόλαδου την περίοδο 2016-2025 δείχνουν τα επίσημα στοιχεία του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής της Τυνησίας, κατά την περίοδο 2016-2025 τη στιγμή που οι εξαγόμενες ποσόητες παρουσίασαν έντονες διακυμάνσεις από έτος σε έτος.
Όπως αναφέρει σε ενημερωτικό του σημείωμα το Γραφείο ΟΕΥ της Τύνιδας, τα έσοδα από τις εξαγωγές αυξήθηκαν από 864 εκ. δηνάρια το 2016 (περίπου 254 εκατ. ευρώ) σε 4,073 δισ. δηνάρια το 2025 (περίπου 1,2 δισ. ευρώ). Ποσοτικά, τα έτη υψηλής παραγωγής, όπως το 2015, το 2020 και το 2025, οι εξαγωγές ελαιολάδου ξεπέρασαν μέχρι και τους 300.000 τόνους. Αντιθέτως, κατά τις λιγότερο αποδοτικές περιόδους (2016, 2017, 2021), υποχώρησαν σε επίπεδα μεταξύ 100.000 και 200.000 τόνων. Η διαφοροποίηση αυτή εξηγείται κυρίως από τη φυσική εναλλαγή της ελαιοπαραγωγής, καθώς και από κλιματικούς παράγοντες, όπως η ξηρασία και η λειψυδρία.
Ιστορικό υψηλό το 2024
Σε αντίθεση με τις ποσότητες, η αξία των εξαγωγών εμφανίζει σαφή διαρθρωτική αύξηση, ιδιαίτερα μετά το 2021. Από το 2022 και μετά, ξεπερνά συστηματικά τα 2 δισ. δηνάρια (περίπου 600 εκ. ευρώ). Ιστορικό υψηλό σημειώθηκε το 2024, με σχεδόν 4,9 δισ. δηνάρια (περίπου 1,4 δισ. ευρώ), ενώ ακολούθησε ελαφρά υποχώρηση το 2025, παρά τον υψηλό όγκο παραγωγής. Η δυναμική αυτή οφείλεται κυρίως στην άνοδο των διεθνών τιμών του ελαιολάδου και τη σταδιακή βελτίωση της ποιότητας του τυνησιακού προϊόντος, παρά το γεγονός ότι η εξαγωγή χύδην παραμένει κυρίαρχη.
Τα ανωτέρω στοιχεία υποδεικνύουν ότι η μέση τιμή εξαγωγής ανά τόνο αυξήθηκε σημαντικά κατά την εξεταζόμενη περίοδο, επιβεβαιώνοντας ότι η δυναμική ανάπτυξη βασίζεται περισσότερο στις τιμές παρά στους όγκους. Ωστόσο, όπως σημειώνεται, η συγκέντρωση στις εξαγωγές χύδην προϊόντος εξακολουθεί να περιορίζει την προστιθέμενη αξία.
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




