Ένα σχόλιο για την ΚΑΠ και την Τυνησία
Με αφορμή το πρόσφατο Παρατηρητήριο Τιμών Ελαιολάδου (27/2/2026) λάβαμε και ευχαρίστως δημοσιεύουμε το παρακάτω σχόλιο ενός καλού μας αναγνώστη:
«Κύριε Ζαμπούνη με όλη την εκτίμηση που σας έχω , όταν διάβασα αυτό που γράψατε για “τα προνόμια της ΚΑΠ” βγήκα από τα ρούχα μου! Εκτός από τα ψίχουλα που παίρνουμε σαν επιδότηση τί άλλα προνόμια έχουμε; Αντιθέτως έχουμε τόσα πολλά εμπόδια που μας αυξάνουν το κόστος παραγωγής και πολλά άλλα που μας καθιστούν μη ανταγωνιστικούς. Μπορείτε να μας πείτε ένας ελαιοπαραγωγός στην Τυνησία τι κόστος παραγωγής έχει;»
Στο πλαίσιο του διαλόγου θα μου επιτρέψει ο καλός μας αναγνώστης να απαντήσω ότι εδώ και αρκετό καιρό έχω τοποθετηθεί γράφοντας πως η ΚΑΠ χάνει την προωθητική δύναμη που κάποτε είχε, ειδικά για τον ελαιοκομικό τομέα. Παρένθεση: οι Ισπανοί αξιοποίησαν την ΚΟΑ ελαιολάδου και «απογειώθηκαν» ενώ οι Έλληνες κατασπατάλησαν τον πακτωλό των επιδοτήσεων. Πάντως για την ΚΑΠ κατ΄αρχήν συμφωνούμε, όμως εδώ ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση: α) αναμόρφωση και ενίσχυση της ΚΑΠ ή πλήρης κατάργησή της; (γιατί υπάρχει και αυτή η άποψη), β) αν αναμόρφωση και ενίσχυση, με τι συγκεκριμένο περιεχόμενο;, γ) πού και ποιοί συζητούν και αποφασίζουν στην Ελλάδα και στη συνέχεια με ποιούς συσχετισμούς δυνάμεων πάμε στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο να τα διεκδικήσουμε; Με άλλα λόγια: ποιά αγροτική πολιτική από ποιούς και για ποιούς; Δεν βλέπετε τι γίνεται με την Mercosur, που περνάει στα «ψιλά γράμματα»; (π.χ. Η Κομισιόν επιβάλλει την Mercosur εδώ και τώρα . Σύγκρουση με Ευρωκοινοβούλιο και αγρότες)
Όσο για την Τυνησία, μάλλον θα διαφωνήσω με τον καλό μας αναγνώστη. Έχουμε αφιερώσει πάρα πολλές αναρτήσεις, άρθρα στο Ελιά & Ελαιόλαδο, ολόκληρο κεφάλαιο της Δήμητρας Αλιέως στην Εγκυκλοπαίδεια. Και εδώ θα άξιζε μια μεγάλη συζήτηση -πού, πότε, ποιοί;- όμως επιγραμματικά θα επαναλάβω πως: α) Η Τυνησία αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο υπόδειγμα για την ελληνική ελαιοκομία, και μπράβο τους για όσα έχουν καταφέρει υπό αρκετά δύσκολες και αντίξοες συνθήκες. Η Τυνησία αρνήθηκε τη «βοήθεια» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, δεν προσυπέγραψε Μνημόνια, έχασε από την τρομοκρατία τον τουρισμό, την κύρια πηγή εσόδων της, δεν είχε τις επιδοτήσεις και τα «πακέτα» της ΚΑΠ, καλλιεργεί υπό συνθήκες ερήμου, β) Έχουν μεν ένα χαμηλότερο κοστολόγιο, όμως γιατί; Αν ο Τυνήσιος ελαιοκαλλιεργητής εργάζεται ο ίδιος και συγκομίζει τις ελιές του με Χ δηνάρια την ώρα και είναι ικανοποιημένος ενώ ο Έλληνας ελαιοπαραγωγός πληρώνει μεροκάματα των Ψ ευρώ, συν όλα τα άλλα κοστολόγια, αυτό το επιπλέον κόστος ΔΕΝ είναι υποχρεωμένος να το επωμιστεί ο παγκόσμιος καταναλωτής. Όπως όλοι μας αγοράζει οτιδήποτε, από αυτοκίνητο μέχρι πορτοκάλια, σύμφωνα με τη σχέση τιμή / ποιότητα. Τα πραγματικά λοιπόν ερωτήματα είναι αν και πώς οι Τυνήσιοι έχουν καταφέρει: α) αυξάνοντας την παραγωγή τους να αποτελούν «παίκτες» της διεθνούς αγοράς, (πάντως η ελληνική παραγωγή μειώνεται και κινδυνεύει να μειωθεί ακόμη περισσότερο), και, β) να προσφέρουν στη διεθνή αγορά ένα εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο ανταγωνιστικό από την άποψη της σχέσης τιμή / ποιότητα.
Ευχαριστώ τον καλό μας αναγνώστη για τη συζήτηση, που ίσως συνεχιστεί στο συνέδριο «Ελαιοκομικός Τομέας: Προβλήματα και Προοπτικές».
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




