Απόψεις: Fabio Santeramo: Όταν το εμπόριο τροφίμων γίνεται γεωπολιτική στρατηγική

Μέσα από την τελευταία του ανάλυση, ο Fabio Santeramo χαρτογραφεί ένα γεωπολιτικά ταραγμένο τοπίο, στο οποίο το παγκόσμιο εμπόριο αγροδιατροφικών προϊόντων δεν είναι πλέον μια ουδέτερη οικονομική δραστηριότητα αλλά καθοριστικός παράγοντας για τη διατήρηση της επισιτιστικής ασφάλειας και την ενίσχυση της πολιτικής επιρροής. Το ισοζύγιο εμπορίου σε τρόφιμα, άλλοτε τεχνικός δείκτης εμπορικής επίδοσης, μετατρέπεται σήμερα σε βαρόμετρο στρατηγικής ικανότητας και ανθεκτικότητας κάθε κράτους απέναντι στις αναδυόμενες παγκόσμιες προκλήσεις: γεωπολιτική ρευστότητα, κλιματική αβεβαιότητα, μεταβαλλόμενη ζήτηση και ολοένα πιο σύνθετα ρυθμιστικά καθεστώτα
Fabio Santeramo ένας από τους κορυφαίους οικονομολόγους αγροτικής πολιτικής στην Ιταλία, συνδυάζει την ακαδημαϊκή αυστηρότητα με τη διεθνή εμπειρία. Από τη Νότια Ιταλία στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ και από τη συμβουλευτική σε οργανισμούς όπως η FAO και το IFPRI, το έργο του διαμορφώνει τον παγκόσμιο διάλογο για την επισιτιστική ασφάλεια και το εμπόριο τροφίμων.
Οι εξελίξεις στο παγκόσμιο εμπόριο αγροδιατροφικών προϊόντων δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για εφησυχασμό. Οι ισορροπίες μετατοπίζονται με τρόπο που επηρεάζει όχι μόνο τις διεθνείς αγορές, αλλά και τη δυνατότητα των κρατών να εξασφαλίσουν βασικά αγαθά για τον πληθυσμό τους. Σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικές αποφάσεις δεν είναι πάντα συγχρονισμένες με τις γεωπολιτικές πραγματικότητες, το ισοζύγιο τροφίμων μετατρέπεται σε μέτρο εθνικής ανθεκτικότητας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Βραζιλία έχουν εδραιώσει θέσεις ισχύος, όχι λόγω κάποιου συγκυριακού πλεονεκτήματος, αλλά χάρη σε συστηματικές επενδύσεις, συντονισμένες πολιτικές και στοχευμένο προσανατολισμό σε προϊόντα υψηλής αξίας. Ο συνδυασμός κανονιστικών πλαισίων, διαφοροποιημένων εξαγωγικών στρατηγικών και προσβασιμότητας σε πολλές αγορές, ενισχύει τη θέση τους στην παγκόσμια αλυσίδα αξίας. Στον αντίποδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν σημάδια κόπωσης. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, το εμπορικό ισοζύγιο γεωργικών προϊόντων είναι ελλειμματικό, ενώ η απουσία νέων συμφωνιών και η αναβλητικότητα σε κρίσιμες επενδύσεις έχουν περιορίσει τη διείσδυση σε ταχέως αναπτυσσόμενες αγορές.
Η Κίνα δεν λειτουργεί πια απλώς ως αγοραστής. Με εισαγωγές που ξεπερνούν τα 200 δισ. δολάρια, καθορίζει πλέον το σχήμα του παγκόσμιου εμπορίου, επιλέγοντας εταίρους, ελέγχοντας ποσότητες και θέτοντας έμμεσα κανόνες. Η στροφή της προς τη διαφοροποίηση των προμηθευτών έχει ήδη αλλάξει τον χάρτη στις σχέσεις Βραζιλίας–ΗΠΑ, ενώ παράλληλα δημιουργεί έναν άξονα γεωοικονομικής επιρροής που επεκτείνεται από τη Λατινική Αμερική έως τη Νοτιοανατολική Ασία.
Ωστόσο, όσο εξελίσσεται η γεωγραφία του εμπορίου, οι αποκλίσεις μεταξύ παραγωγής και πρόσβασης σε τρόφιμα διευρύνονται. Τα στοιχεία για την επισιτιστική ανασφάλεια είναι αποκαλυπτικά: από το 2014 έως το 2023, σχεδόν 280 εκατομμύρια άνθρωποι προστέθηκαν στις τάξεις των σοβαρά επισιτιστικά επισφαλών πληθυσμών στην Αφρική και την Ασία. Η Νότια Αμερική κατέγραψε τη μεγαλύτερη σχετική αύξηση (+95%), αποτυπώνοντας την πίεση που δέχονται ακόμα και αγροτικά πλεονασματικές περιοχές.
Αυτή η απόσταση μεταξύ παγκόσμιας διαθεσιμότητας και τοπικής πρόσβασης δεν είναι μόνο οικονομική. Έχει βαθιές πολιτικές ρίζες. Η τάση για εμπορικούς περιορισμούς – εξαγωγικά εμπάργκο, κυρώσεις, απαγορεύσεις – που εφαρμόζονται στο όνομα της εσωτερικής σταθερότητας, συχνά εξάγουν την αστάθεια σε ευάλωτα κράτη. Ο αποκλεισμός από βασικά προϊόντα ή η αύξηση των τιμών, ειδικά σε χαμηλού εισοδήματος χώρες, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε κοινωνικές εντάσεις και επισιτιστικές κρίσεις.
Την ίδια στιγμή, οι λεγόμενοι μη δασμολογικοί φραγμοί, από τους κανόνες ασφάλειας τροφίμων έως τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις, αναδύονται ως νέοι μηχανισμοί ελέγχου της πρόσβασης στις αγορές. Οι πιο αυστηρές ρυθμίσεις δεν εφαρμόζονται πάντα συμμετρικά. Όταν η συμμόρφωση απαιτεί τεχνογνωσία, υποδομές και ρυθμιστική επάρκεια, χώρες χωρίς τα αντίστοιχα μέσα αποκλείονται από το παιχνίδι, ανεξάρτητα από το παραγωγικό τους δυναμικό.
Στον τομέα της τεχνολογίας, οι παγκόσμιες αλυσίδες αξίας αναδεικνύονται σε δίαυλο μεταφοράς γνώσης και πρακτικών. Όμως τα οφέλη παραμένουν άνισα κατανεμημένα. Η συμμετοχή τους μπορεί να μειώσει τον παιδικό υποσιτισμό σε ορισμένες περιοχές, αλλά ταυτόχρονα συνοδεύεται από περιβαλλοντικά κόστη που συχνά μετακυλίονται στους ασθενέστερους κρίκους. Η αποψίλωση δασών, η εξάντληση εδαφικών πόρων και οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου είναι το κόστος ενός εμπορίου που αναπτύσσεται χωρίς επαρκείς οικολογικές δικλείδες.
Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα και μόνο συμπέρασμα: δεν υπάρχει πλέον περιθώριο για ασαφείς ή αποσπασματικές πολιτικές. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να βλέπουν το αγροτικό εμπόριο όχι ως αυτόνομο οικονομικό πεδίο αλλά ως κρίσιμο εργαλείο άσκησης πολιτικής, προστασίας του πληθυσμού και διατήρησης γεωπολιτικής σταθερότητας. Χρειάζονται πλαίσια που να συνδυάζουν τη βιωσιμότητα με την εμπορική ευελιξία, ρυθμιστικές παρεμβάσεις που να μην αποκλείουν αλλά να ενσωματώνουν, και κυρίως, στρατηγική σκέψη που να κοιτά πέρα από το ισοζύγιο εξαγωγών–εισαγωγών.
Το διεθνές εμπόριο τροφίμων δεν είναι πλέον υπόθεση λίγων ειδικών. Είναι πεδίο γεωστρατηγικών επιλογών, κλιματικής ευθύνης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Και απαιτεί πολιτική που να γνωρίζει αριθμούς, να κατανοεί συσχετισμούς και να διαθέτει το θάρρος να ενεργήσει εγκαίρως.
Ακολουθήστε το Agrocapital.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.